Τρίτη, 7 Νοεμβρίου 2017

Στήριγμα...


Λένε πως, τους φίλους που κάνουμε μέχρι τα 12 χρόνια μας, του θυμόμαστε για μια ζωή.
Κάπως έτσι πρέπει να είναι. Είναι βλέπεις τα χρόνια εκείνα που τα χαρακτηρίζει η ξεγνοιασιά, το παιχνίδι, η ελαφρότητα της ύπαρξης.
Ήταν τότε που το μόνο που είχε ενδιαφέρον για τα παιδιά ήταν να βγούν από το σπίτι μετά το σχολείο και να επιστρέψουν όταν τα φώτα του δρόμου είχαν ανάψει. Ήταν η εποχή της αθωότητας, τα χρόνια που η εγκληματικότητα στις γειτονιές ήταν κάτι σπάνιο, που η κρατική τηλεόραση άνοιγε το πρόγραμμά της στις 5 το απόγευμα με τον "Θησαυρό της Βαγίας" ή την "Εκπαιδευτική τηλεόραση" και το έκλεινε αμέσως μετά το δελτίο των 12 με τον Εθνικό Ύμνο και την εικόνα της γαλανόλευκης να κυμματίζει γαλήνια... Ήταν πριν η ιδιωτική τηλεόραση βάλει στα σπίτια μας την "πολυφωνία", τα δεκάδες σήριαλ, τις πρωινές εκπομπές, τα τηλεπαιχνίδια του Σαββατοκύριακου και τις αμέτρητες διαφημίσεις. Πριν τα σαλόνια των σπιτιών γεμίσουν εγκλήματα, αίμα και βόμβες σε ζωντανή μετάδοση από το Ιράκ και τον εμφύλιο στην Γιουκοσλαβία.

Στα 10 μου χρόνια πρέπει να είχα τους καλύτερους φίλους που απέκτησα ποτέ μου. Ούτε θυμάμαι πώς γνωρίστηκα με κάποιους από αυτούς, είτε έκαναν οι γονείς μας παρέα είτε ήταν από τη μοίρα γραφτό να σμίξουμε αφού μια πόρτα στην κυριολεξία χώριζε τα σπίτια μας.
Ο πιο παλιός γνώριμος είναι οπωσδήποτε ο Βαλάντης. Οι μανάδες μας έκαναν παρέα από μικρές ήταν αναπόφευκτο να κάνουμε κι εμείς. Πέρασαν τα χρόνια, γίναμε κουμπάροι, αυτό είναι μια άλλη ιστορία που δεν χωράει εδώ.
Λίγο πιο κάτω από το πατρικό μου σπίτι έμενε ο Μιχάλης. Καλό παιδί, λιγάκι "χοντροκομμένος" στους τρόπους του αλλά δεν με πείραζε καθόλου. Τον καταπίεζαν πολύ οι γονείς του, κάποια στιγμή αυτό μπήκε ανάμεσά μας. Δεν άντεχα να τον βλέπω να υποφέρει από τις φωνές και τις απειλές της μάνας του κάθε φορά μόνο και μόνο για να μπορέσει να βγει λίγο από το σπίτι.
Απέναντι από τον Μιχάλη έμενε ο Ανδρέας. Καλότροπο παιδί, μου άρεσε πολύ να κάνω παρέα μαζί του επειδή δεν ήταν σαν εμάς τους υπόλοιπους. Σεμνός και μετρημένος, ήταν αυτό το χαρακτηριστικό του που αργότερα με έκανε να σιχαίνομαι τον ηγεμονικό του πατέρα για την καταπίεση και τη βία που ακούσε πάνω του με το παραμικρό παράπτωμα. Ακόμα και σήμερα όταν ακούσω το χαρακτηριστικό επώνυμο του Ανδρέα από κάποιον, στο νου μου φέρνω αυτό τον ψυχρό άνθρωπο που δεν επέτρεπε στο παιδί του καμία παρεκτροπή.
Στο στενάκι που έμενε η γιαγιά μου έμενε κι ο Γιάννης, Μαρίνα θυμάμαι λέγαν τη μαμά του, είχε μια μικρή αδερφή που τα σγουρά μαλλιά της ήταν μονίμως γεμάτα κόνιδες. Ο πατέρας του δούλευε στα παλιά σφαγεία αλλά πρέπει να ήταν καλός άνθρωπος. Τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές συνειδητοποιώ πως δεν θυμάμαι να άκουσα ποτέ τη φωνή του. Ένας άνθρωπος σαν σκιά, σαν φάντασμα. Κάναμε πολύ παρέα με τον Γιάννη, η μάνα μου μόνιμα μου έλεγε να τον αποφεύγω γιατί ήταν πολύ ζωηρός και δημιουργούσε κατά καιρούς προβλήματα. Σπάνια της έδινα σημασία.
Κάποια στιγμή ενώ ήμουν στις μεσαίες τάξεις του δημοτικού, εγκαταστάθηκε μια οικογένεια απέναντι ακριβώς από το πατρικό μου. Η μάνα παλιά γνώριμη με τη δική μου από τα παιδικά τους χρόνια, ο πατέρας και τα δύο τους αγόρια, ο Νίκος και ο Αποστόλης. Μετακόμισαν από τον Πειραιά, αγνοώ το λόγο, όμως με τα παιδιά δέσαμε από την πρώτη στιγμή και γίναμε αχώριστοι. Η μετακόμιση αυτή εκτός από τους ίδιους, είχε πολλές συνέπειες και για μένα και κατ' επέκταση για την παρέα ολόκληρη. Τα δύο αδέρφια όπως είναι φυσικό είχαν εντελώς διαφορετική νοοτροπία για τα πράγματα αφού προέρχονταν από μια άλλη κοινωνία. Ήταν πιο απελευθερωμένα, τα όρια που τους επέβαλαν ήταν πιο χαλαρά, η βρισιά δεν ήταν λάθος, η πορνό τράπουλα δεν ήταν ταμπού γι' αυτούς. Στο σαλονάκι τους είδα την πρώτη μου βιντεοκασέτα, είπα την πρώτη μου βρισιά, έμαθα τί είναι Walkman, έπαιξα για ώρες πολλές Subbuteo.
Την εποχή εκείνη, τέλη της δεκαετίας του 1980, τα οικιακά ηλεκτρονικά παιχνίδια ήταν λιγοστά. Δεν υπήρχαν ακόμα τα PlayStation και τα Nintendo, ο βασιλιάς των βιντεο-παιχνιδιών ήταν το Atari με τα υποτυπώδη γραφικά και κάποια Commodore computers που φόρτωναν από μαγνητικές ταινίες και συνδέονταν στην τηλεόραση. Η ευλογία των παιδικών μου χρόνων ήταν πως όλα αυτά ήταν για τις τσέπες των λίγων και σίγουρα όχι για την τσέπη των δικών μου γονιών που αγωνίζονταν να μεγαλώσουν πέντε παιδιά. Το ίδιο ίσχυε και για τους υπόλοιπους στην παρέα και μόνη μας διέξοδος ήταν τα "μπιλιαρδάδικα" της εποχής με τα θρυλικά ηλεκτρονικά arcade παιχνίδια που για να μπορέσει κάποιος να παίξει, έπρεπε να του περισσεύει το "δεκάρικο" αφού πρώτα μπορούσε να διαβεί το κατώλφι της πόρτας που κανονικά ήταν απροσπέλαστο για την ηλικία μας.
Όλα αυτά που καθόλου δεν μας άρεσαν τότε αλλά θεωρώ πως ήμασταν τόσο μα τόσο τυχεροί που έμπαιναν εμπόδιο στις ορέξεις μας, μάς έσπρωχναν κάθε απόγευμα μετά το τέλος της "ώρας κοινής ησυχίας", στον δρόμο!
Το καθημερινό μας παιχνίδι ξεκινούσε με ποδόσφαιρο μέχρι να μας καταβρέξει κάποιος γείτονας επειδή του χαλούσαμε την ησυχία, βόλτες με το ποδήλατο που ξέφευγαν από τα στενά όρια της γειτονιάς, σκισμένα παντελόνια, πληγωμένα γόνατα, σημαδεμένα χέρια, φωνές, τσακωμούς, συμφιλίωση και πάλι τσακωμούς και δως του από την αρχή.
Μου κάνει εντύπωση τώρα που τα φέρνω στο μυαλό μου πως, ποτέ όσα χρόνια κάναμε παρέα με τους φίλους των παιδικών μου χρόνων, δεν μαλώσαμε τόσο ώστε να σταματήσουμε να μιλάμε για κάποιο διάστημα μεταξύ μας. Δεν πιαστήκαμε ποτέ στα χέρια, δεν χτυπήσαμε ποτέ ο ένας τον άλλο ηθελημένα. Ήταν μάλλον αυτή η μαγιά που μας έδενε σαν το προζύμι, που γινόμασταν όλοι μια γροθιά όταν κάποιος ενοχλούσε το φιλαράκι μας, που μπορεί να ήμασταν μικροί και άπειροι αλλά νοιώθαμε ο ένας τον άλλο, μοιραζόμασταν τις αγωνίες και τον φόβο. Είχαμε ειλικρινή αγάπη και γι' αυτό ήμασταν δεμένοι.
Ήμασταν ο ένας το στήριγμα του άλλου.

Αυτές τις μέρες ήρθε στο μυαλό μου ένα περιστατικό που έζησα τότε με τους φίλους μου, ένα περιστατικό που αποδεικνύει όλα τα παραπάνω.
Οι γονείς μας μάταια προσπαθούσαν να μας κλείσουν μέσα σε όρια. Διαρκώς με τη μύτη του παπουτσιού μας σβήναμε λίγο από την κιμωλία που σχημάτιζε τον κύκλο γύρω μας και κάναμε βόλτες μακρινές, έξω από αυτόν. Σε μέρη ενδεχομένως επικίνδυνα που όμως, έγιναν η αφορμή να ζήσουμε σε διαστάσεις που τα σημερινά παιδιά δεν έχουν δυστυχώς την ευκαιρία να φανταστούν.
Τα μέρη που ήταν απαγορευμένο να πάμε ήταν κυρίως δύο. Του "Μπαντουβά οι σταύλοι", ένα παλιό συγκρότημα στάβλων, ένα τεράστιο οικόπεδο που σήμερα βρίσκεται ένα μεγάλο σχολικό συγκρότημα στην περιοχή της Κηπούπολης και τα "Νταμάρια", ένα παλιό εγκαταλελειμένο νταμάρι πολύ κοντά στο πατρικό μου με μια πολύ μεγάλη χέρσα έκταση πάνω ακριβώς πάνω από αυτό επίπεδη σαν ταψί στον Κατσαμπά.
Και τα δύο μέρη τα σκέπαζε μυστήριο και όχι άδικα.
Στους μεν "σταύλους" υπήρχαν δύο κτίσματα που έλεγαν πως είναι στοιχειωμένα, όχι άδικα αν σκεφτεί κανείς πως, όπως έμαθα αργότερα, ήταν τόπος βασανιστηρίων, κολαστήριο στα χρόνια του εμφυλιου. Τους αναφέρει μάλιστα η Ρέα Γαλανάκη στον "Αιώνα των Λαβυρίνθων".
Στα δε "νταμάρια", υπήρχαν διάσπαρτα εγκαταλελειμένα κτίσματα από την εποχή που το νταμάρι ήταν ενεργό, ενώ υπάρχει μέχρι σήμερα η φήμη πως φεύγοντας από την Κρήτη οι Γερμανοί είχαν εγκαταλείψει εκρηκτικά και βόμβες διάσπαρτα που έγιναν αφορμή να σκοτωθούν ντόπιοι σε ατυχήματα που ακολούθησαν τον πόλεμο.
Ένα μεσημέρι που η γειτονιά δεν μας χωρούσε, καλοκαίρι ήταν θυμάμαι, όλοι εκτός από εμάς ήθελαν ησυχία και ο τόπος δεν μας έβαζε, κανονίσαμε όλη η "συμμορία" και χωρίς να πούμε τίποτα σε κανέναν καβαλήσαμε τα ποδήλατα και φύγαμε για το νταμάρι για να παίξουμε μπάλα. Το παράπτωμα ήταν βαρύ και αλοίμονό μας έτσι κι έφτανε στ' αυτιά των γονιών!
Θυμάμαι πως εκείνη την εποχή δεν είχα δικό μου ποδήλατο και πήρα του αδερφού μου, ένα παλιό "Velamos" που ο Πέτρος είχε περιποιηθεί κι έμοιαζε σαν αγωνιστικό. Όλα τα παιδιά το ζήλευαν, έλεγαν όλοι στην παρέα πως ήταν το πιο γρήγορο στη γειτονιά. Το καβάλησα και ένοιωθα λες και ήμουν ο ιππότης πάνω στο χρυσοστολισμένο άλογο, λες και το μπόι μου πάνω στη σέλα έφτανε στον ουρανό!
Ξεκινήσαμε όλοι μαζί, περάσαμε το παλιό νεκροταφείο, οι δρόμοι τότε δεν είχαν κίνηση, άντε πού και ένα αυτοκίνητο να συναντούσαμε κι αυτό κατά τύχη. Μετά το νεκροταφείο ξεκινούσε μια κατηφόρα μέχρι το νταμάρι, σε ένα σημείο μόνο έπρεπε να κάνω πετάλι για να περάσω το επίπεδο κομμάτι του δρόμου. Οι υπόλοιποι με κοιτούσαν και ένοιωθα να με θαυμάζουν, παρόλο που τα δικά τους ποδήλατα ήταν σαφώς πιο καινούργια, άλλα με ταχύτητες, άλλα BMX της εποχής, εγώ είχα το πιο γρήγορο, έκανα το λιγότερο πετάλι στην κατηφόρα, τα λάστιχα ίσα που αγγίζαν την καυτή άσφαλτο!
Πενήντα μέτρα πριν το νταμάρι υπήρχε μια απότομη κατηφόρα. Αποφάσισα χωρίς να το πολυσκεφτώ να εντυπωσιάσω ακόμα περισσότερο το "κοινό" μου και, πάτησα μερικές πεταλιές για να την κατέβω ακόμα πιο γρήγορα! Τα λάστιχα φυσούσαν, η αλυσίδα γουργούριζε ευχαριστημένη από την ποσότητα του λαδιού που την άγγιζε, εγώ χαμογελούσα κι ένοιωθα σαν θεός και, κάπου εκεί, ήρθε η καταστροφή... Με την ορμή που κινιόταν το ποδήλατο, ούτε κατάλαβα πως αναιπαίσθητα κουνήθηκε το τιμόνι, το ποδήλατο γύρισε το πλάι εκτοξεύοντάς με από τη σέλα και σύρθηκα για κάμποσα μέτρα με το δεξί μέρος του προσώπου μου στην άσφαλτο, κοιτώντας παράλληλα ένα αυτοκίνητο να περνάει λίγα εκατοστά δίπλα από το κεφάλι μου...
Όταν κατάφερα να συνειδητοποιήσω τί είχε γίνει, ένοιωθα σαν να με είχε πατήσει οδοστρωτήρας. Το πρόσωπό μου ήταν σημαδεμένο και αιμοραγούσε, το ίδιο και το δεξί μου γόνατο, το γόητρό μου όμως ήταν εκείνο που είχε πληγωθεί ανεπανόρθωτα. Πώς ήταν δυνατόν, εγώ, ο "γρήγορος" να την έχω πατήσει έτσι σαν πρωτάρης;
Οι υπόλοιποι μαζεύτησαν γύρω μου. Όχι για να με χλευάσουν, μα για να δουν αν χτύπησα σοβαρά.
Ντρεπόμουν.
Σκεφτόμουν τις συνέπειες με την επιστροφή μου στο σπίτι. Τη φασαρία, τις φωνές, πώς μπορούσα να δικαιολογηθώ στους δικούς μου που παράκουσα την εντολή τους;
Έτσι όπως καθόμουν σαν δαρμένος μέσα στη μέση του δρόμου, αυτό που ακολούθησε με έκανε να αγαπήσω τους φίλους μου ακόμα περισσότερο.
Αντί να με κοροϊδέψουν, αντί να εκμεταλευτούν την αδυναμία μου, έκαναν το όχι και τόσο αυτονόητο. Συσπειρώθηκαν στο πλευρό μου, ενώ θα μπορούσαν να αποστασιοποιηθούν.
Κατέστρωσαν ένα σχέδιο. Θα πηγαίναμε στο νταμάρι να παίξουμε μπάλα όπως είχαμε συμφωνήσει και θα σκηνοθετούσαμε ένα χτύπημα κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού που, δεν θυμάμαι πώς ακριβώς το είχαμε σκεφτεί, θα μας ενέπλεκε όλους, ώστε να μην πέσει πάνω μου βαριά η δαμόκλειος σπάθη της τιμωρίας.
Έτσι κι έγινε. Στο γηπεδάκι που είχαμε διαμορφώσει στο νταμάρι, άρχισαν όλοι να κοπανιόνται σαν τρελοί, να πέφτουν κάτω, να λερώνουν τα ρούχα τους, να σκίζουν τα παντελόνια τους, μόνο και μόνο για να μην φαίνομαι ο μόνος χτυπημένος.
Για το χατήρι του φίλου.
Αργά το απόγευμα, επιστρέψαμε στη γειτονιά.
Επιτάφιος θρήνος!
Οι μανάδες ξέσπασαν, τα σπίτια γέμισαν φωνές αγανάκτησης για το θέαμα που παρουσιάζαμε ο καθένας ξεχωριστά και οι σφαλιάρες έπεφταν βροχή!
Θυμάμαι λίγα από εκεί και πέρα.
Θυμάμαι έντονα το πληγωμένο πρόσωπό μου που για μέρες μετά μου έφερνε στο μυαλό το ατύχημα.
Αυτό που δεν θα ξεχάσω ποτέ, είναι το βλέμμα του Αποστόλη στην αυλή του σπιτιού τους, αυτό το βλέμμα που με κοίταξε καθώς τον χτυπούσε και τον έσπρωχνε η μάνα του για να τον βάλει στο σπίτι.
Για χάρη μου.
Δεν ξαναμιλήσαμε ποτέ γι' αυτό το γεγονός.

Τους λάτρεψα ακόμα περισσότερο τους φίλους μου μετά από εκείνο το απόγευμα.
Μπορεί τα χρόνια να πέρασαν, να χωριστήκαμε όταν έφτασε η ώρα να πάμε στο Γυμνάσιο, όμως νοιώθω πως δεν έκανα ποτέ ξανά φίλους όπως εκείνους που είχα στα δέκα μου χρόνια.
Πώς θα μπορούσα άλλωστε;

Οι αλάνες που παίζαμε έγιναν σχολεία και εργατικές κατοικίες, τα παιδιά δεν παίζουν πια μπάλα στους δρόμους ούτε μένουν έξω με φίλους μέχρι να νυχτώσει.
Μόνο η φιλίες μας έχουν μείνει σαν φυλακτό στο μέρος της καρδιάς να μας θυμίζουν πως, μόνη μας τελικά πατρίδα, είναι τα παιδικά μας χρόνια...