Παρασκευή, 15 Ιουνίου 2018

Τα μαθητικά τα χρόνια....



Σαν ανάσα πέρασε κι αυτή η σχολική χρόνια... Πότε ξεκίνησε, πότε έφτασαν οι γιορτές των Χριστουγέννων, πότε το Πάσχα...
Ήρθε το καλοκαίρι και τα παιδιά ετοιμάζονται να πετάξουν σαν μικρά χελιδόνια... Όσο τους το επιτρέψει η δική μας καθημερινότητα.
Θυμήθηκα τα δικά μου σχολικά χρόνια, μια μέρα σαν κι αυτή, όταν ήμουν στο νηπιαγωγείο. Θυμάμαι τόσο ξεκάθαρα την γιορτούλα μας στην σκοτεινή αίθουσα, τότε που τα σχολεία δεν ήταν όπως τα σημερινά, τότε που οι δάσκαλοι δεν ήταν φίλοι μας.
Τότε που η τιμωρία για κάθε λάθος ήταν το ξύλο.
Ήταν τα χρόνια εκείνα που είχα την ευτυχία να έχω για δασκάλα μου την κυρία Αθηνά. Ένας γλυκύτατος άνθρωπος, γεμάτη καλοσύνη και αγάπη για όλους μας.
Δεν μας μάλωσε ποτέ, είχε πάντα κατανόηση, είχε πάντα την αγκαλιά της ανοικτή να μας υποδεχτεί.
Θυμάμαι την πρώτη μέρα στο σχολείο η μάνα μου τρομοκρατημένη έσπευσε να της "ανακοινώσει" πως ήμουν αριστερόχειρας. Δεν ήταν κάτι απλό το γεγονός αυτό τότε, ορισμένοι δάσκαλοι επέβαλλαν τα παιδιά σε βασανιστήρια για να αλλάξουν χέρι γραφής!
"-Ηρεμήστε κυρία μου, το παιδί σας είναι απόλυτα φυσιολογικά και ως τέτοιο θα το αντιμετωπίσω." για να της εξηγήσει στη συνέχεια με χίλια δυο επιχειρήματα, κάτι που σήμερα είναι αυτονόητο.


Θυμάμαι λίγα από εκείνη τη χρονιά, έχουν περάσει άλλωστε τόσα πολλά χρόνια.
Θυμάμαι πως τις πρώτες μέρες φορούσαμε σχολική ποδιά!
Θυμάμαι τη Μάχη που καθόμουν μαζί της γιατί λάτρευα το όνομά της.
Θυμάμαι τον έρωτά μου για την Κωστούλα που την φίλησα ένα μεσημερι κάτω από το πρώτο θρανίο!
Θυμάμαι τη μέρα που η κυρία μάς ανακοίνωσε πως ήταν η αρχή του καλοκαιριού.


Θυμάμαι τη γιορτούλα μας, την μπλούσα με τα καραβάκια, την υπόκλιση που έκανα μετά το ποιηματάκι μου, τις πρόβες, το φλας της αδερφής μου που άστραψε μέσα στη σκοτεινή αίθουσα.


Μα πάνω από όλα, δεν θα ξεχάσω ποτέ την λατρεμένη μου πρώτη δασκάλα, την κυρία Αθηνά που μου σημάδεψε τη ζωή με την καλοσύνη της.
Ας είναι καλά ό,που κι αν είναι....
Η δεσποινίδα Αθηνά, η πρώτη μου δασκάλα




Καλό καλοκαίρι σε όλα τα παιδιά!

Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2018

Το τελευταίο τσιγάρο...

 
 
Η παγκόσμια ημέρα κατά του καπνίσματος, έγινε η αφορμή να θυμηθώ το πώς μετά από πολλά χρόνια, σταμάτησα κι εγώ αυτή την ηλίθια συνήθεια.
Μου φαίνεται πια τόσο μακρινή η εποχή που ήμουν καπνιστής, πόσο μάλλον η εποχή που ξεκίνησα να καπνίζω.
Μαθητής στο Γυμνάσιο ήμουν ακόμα, τα πρώτα μου τσιγάρα τα βρήκα πάνω στο τραπέζι της κουζίνας του πατρικού μου. Έτσι απλά, από περιέργεια ξεκίνησα, στο σπίτι κάπνιζαν σχεδόν όλοι ή έστω είχαν υπάρξει καπνιστές για πολλά χρόνια.
Θυμάμαι ένα μεσημεράκι που ήμουν μόνος μετά το σχολείο, βρήκα ένα πακέτο με τσιγάρα, πήρα ένα και το κάπνισα κρυμμένος από κάθε βλέμμα. Θυμάμαι ακόμα και τώρα την ηδονή που ένοιωσα, έκανα κάτι πέρα από τα συνηθισμένα, κάτι που μόνο "οι μεγάλοι" έκαναν στον κόσμο το δικό μου, ήταν βλέπεις η εποχή που βιαζόμουν να μεγαλώσω, να ανοίξω τα φτερά μου και το κάπνισμα φαινόταν σαν η ιδανική πλατφόρμα για να απογειωθώ!
Κουταμάρες... Από τα πρώτα μου τσιγάρα γνώριζα πως αυτό που έκανα ήταν λάθος, κρυβόμουν σαν περιθωριακός για να καπνίσω ενώ δεν τολμούσα καν να το πω στους φίλους μου.
Θυμάμαι μόνο ένα μεσημεράκι που βρεθήκαμε με τον Γιώργο και καθήσαμε να πιούμε καφέ, κουβέντα στην κουβέντα πάνω στην συζήτηση, εκεί που "μετρούσαμε" πόσο πιο μάγκας είναι ο ένας από τον άλλο, του το ξεφούρνισα. Κι εκείνος το ίδιο. Και κάπως έτσι ξεκίνησα να καπνίζω μπροστά σε άλλους...
Στο Λύκειο, το κάπνισμα από παιχνίδι έγινε καθημερινή συνήθεια. Πλέον αγόραζα πακέτο με το χαρτζηλίκι μου και ανυπομονούσα να βρεθώ έξω από το σπίτι για να μπορέσω να καπνίσω άνετα. Λες και δεν είχε τίποτε άλλο σημασία, λες και το μόνο που άξιζε στη ζωή ήταν αυτή η χαζομάρα.
Ήταν τότε, κάπου στην δευτέρα του Λυκείου, ανάμεσα σε μαθήματα, διαβάσματα, καταλήψεις και άλλες "αλητείες", που στην ώρα του μαθήματος της γυμναστικής η καθηγήτρια μας έβαλε να κάνουμε εξηντάρια ανοίγματα κι εγώ έπεσα μισολιπόθυμος από την προσπάθεια.
"-Καπνίζεις!" μου... ανακοίνωσε με θριαμβευτικό ύφος η καθηγήτρια, λες και δεν το ήξερα, απλά εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα για πρώτη φορά, πόσο κακό έκανε το τσιγάρο στην καθημερινότητά μου.
Έτσι απλά, δίπλα στο "υπέρβαρος", προστέθηκε και το "καπνιστής" κι εγώ από τα 16 μου χρόνια ανήκα σε μια ομάδα που η ταμπέλα της ήταν το απαγορευτικό εισόδου σε πάμπολες δραστηριότητες... Κοινωνικές και αθλητικές...
Κατα τη διάρκεια της στρατιωτικής μου θητείας, ο παραπάνω συνδυασμός βρέθηκε πολλές φορές μπροστά μου, ειδικά τα πρωινά που οι διμοιρήτες ξυπνούσαν "με κέφι" και μας έβγαζαν στο προαύλιο για πρωινή γυμναστική... Βλαστημούσα την ώρα και στη στιγμή, οι κύκλοι έμοιαζαν ατέλειωτοι, ευτυχώς που οι περισσότεροι ήταν το ίδιο θεριακλήδες με μένα και όλοι μαζί αγκομαχούσαμε να κουβαλήσουμε τα κομμάτια μας μέχρι να έρθει η όρεξη στον Δόκιμο να σταματήσει...Κι όμως, ακόμα και τότε ανυπομονούσα να τελειώσει το "μαρτύριο" για να πάω στο ΚΨΜ, να "απολαύσω" τον πρώτο καφέ της μέρες με 5-6 τσιγάρα. Μυαλό κουκούτσι...
Είχα υποσχεθεί στους κοντινούς μου πως όταν θα τέλειωνα τη θητεία μου θα το έκοβα.
Εδώ ακριβώς είναι ο λόγος που οι περισσότεροι δεν μπορούν να σταματήσουν το κάπνισμα. Για να κόψει το τσιγάρο ένας μανιώδης καπνιστής αυτό που χρειάζεται είναι να το θέλει πραγματικά ο ίδιος και όχι να το κάνει για ικανοποιήσει κάποιον άλλο.
Το τσιγάρο ο καπνιστής θεωρεί πως είναι μια ευχαρίστηση που δεν πρόκειται ποτέ να σταματήσει απλά και μόνο επειδή ενοχλεί κάποιον δίπλα του.
Αν δεν το θέλει ο ίδιος ο καπνιστής, δεν πρόκειται απλά να συμβεί ποτέ μα ποτέ...
Εννοείται λοιπόν πως δεν σταμάτησα να καπνίζω ούτε τότε. Δεν έκανα καν προσπάθεια για να το κόψω, θεωρούσα πως ήταν μια απόλαυση που δεν έπρεπε να στερήσω από τον εαυτό μου!
Μετά ήρθε η δουλειά, το άγχος, οι υποχρεώσεις.... Το τελευταίο πράγμα που σκεφτόμουν ήταν να τα βάλω με τον εαυτό μου. Ξυπνούσα το πρωί, έφευγα για δουλειά νηστικός, μέχρι το βράδυ μόνο με τσιγάρο και καφέ, δεν είχα αίσθηση για το πόσο κακό έκανα στον εαυτό μου, παρόλο που έβλεπα πως οι αντοχές μου εξαντλούνταν μέρα με τη μέρα, ενώ το βάρος μου τραβούσε την ανηφόρα...
Όταν η γυναίκα μου έμεινε έγκυος στο πρώτο μας παιδί, πήρα την απόφαση τουλάχιστον να μην βλάπτω με την συνήθειά μου το αγέννητο παιδί μας. Σταμάτησα να καπνίζω μέσα στο σπίτι και όταν ήθελα να το κάνω, απλά έβγαινα στο μπαλκόνι.
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να καταλάβω πόσο άσχημα επηρέαζε την ατμόσφαιρα του σπιτιού το τσιγάρο! Επειδή μέσα στο σπίτι δεν κάπνιζε πλέον κανείς και η ατμόσφαιρα σε λίγο καθάρισε, άρχισαν να μου μυρίζουν άσχημα τα ρούχα μου, το σταχτοδοχείο που χρησιμοποιούσα και ήταν μόνιμα γεμάτο αποτσίγαρα, η αναπνοή μου, τα ποτήρια που είχα πιεί νερό!
Ομολογώ πως ήταν ένα σοκ για μένα, για προστεθεί μετά από λίγο και ένα άλλο, πιο καθοριστικό.
Ήταν χειμώνας, βράδυ, το παιδί πλησίαζε έξι μηνών, είχαμε παρέα στο σπίτι κι εγώ βγήκα στο μπαλκόνι για να καπνίσω. Έκανε απίστευτο κρύο, έτρεμα και ρουφούσα το τσιγάρο για να το τελειώσω όσο πιο σύντομα γινόταν όταν, στο απέναντι μπαλκόνι είδα τον γείτονα να με δείχνει και να γελάει.... Για γέλια δεν ήμουν αλήθεια; Κρύωνα, είχα αφήσει την παρέα μόνη κι όλο αυτό γιατί;
Νευρίασα με τον εαυτό μου, ένοιωσα τόσο ηλίθιος που από την στιγμή εκείνη και μετά δεν κάπνισα ξανά ούτε στο μπαλκόνι του σπιτιού μας.
Πέρασε κάμποσος καιρός, το παιδί ήταν πια ενός έτους, ήταν την εποχή εκείνη που επικρατούσε υστερία στον κόσμο σχετικά με την "γρίπη των χοίρων" που κανείς δεν ήξερε πώς να αντιμετωπίσει, το ίδιο κι εγώ μέχρι που χτύπησε την πόρτα μου... Μία εβδομάδα στο κρεβάτι με 40 πυρετό και βήχα να τραντάζει τον όροφο! Δεν μπορούσα να αρθρώσω λέξη, κάθε προσπάθεια να συννενοηθώ με τους γύρω κατέληγε σε κονσέρτο βήχα που με έκανε κομμάτια.
Το παιδί είχε μόλις αρχίσει να περπατάει, θυμάμαι ήθελε να είναι κοντά μου έτσι ξαπλωμένος που ήμουν στο κρεβάτι κι εμένα πονούσε η ψυχή μου που δεν μπορούσα να του μιλήσω, να το αγκαλιάσω. Τη δεύτερη μέρα τους έδιωξα από το σπίτι, το παιδί ήταν πολύ μικρό και οι άμυνες που οργανισμού του ήταν περιορισμένες για να πάρουμε το ρίσκο να βρίσκεται δίπλα μου.
Την τρίτη μέρα ο πυρετός έπεσε. Την τέταρτη ο βήχας δεν ήταν τόσο έντονος, μπορούσα πλέον να μιλήσω. Ήταν Παρασκευή, ήμουν μόνος στο σπίτι, σηκώθηκα από το κρεβάτι και έπιασα το τηλέφωνο να μιλήσω με την γραμματέα μου στη δουλειά.
Όση ώρα μιλούσαμε για να δούμε πώς θα διαμορφώναμε το πρόγραμμα της επόμενης εβδομάδας, ασυναίσθητα έπιασα την καπνοσακούλα μου, έβγαλα ένα χαρτάκι και ξεκίνησα να στρίβω τσιγάρο... Έβαλα φιλτράκι, το σάλιωσα και αφού έκλεισα το τηλέφωνο, έμεινα να το κοιτάζω σαν χαζός.
Θυμάμαι ακριβώς το συναίσθημα που ένοιωσα εκείνη τη στιγμή!
"-Μα καλά, είσαι ΤΟΣΟ μαλάκας;"
Δεν το σκέφτηκα απλά, το φώναξα.
Και κάπως έτσι τέλειωσαν όλα.
Έβαλα το τσιγάρο όπως ήταν έτοιμο μέσα στην καπνοσακούλα, την έκλεισα και την φύλαξα στο τσαντάκι μου.
Αυτό ήταν το τελευταίο μου τσιγάρο, το μοναδικό που δεν κάπνισα ποτέ!
Δεν είπα ποτέ σε κανέναν πως προσπαθούσα να το κόψω, ούτε καν στους οικίους μου. Νομίζω πως έκανα το καλύτερο, επειδή είμαι φύσει αντιδραστικός, αν εκείνες τις δύσκολες μέρες που ακολούθησαν κάποιος με χλεύαζε ή προσπαθούσε να μου κάνει παρατήρηση για την προσπάθειά μου, θα το είχα ξεκινήσει πάλι.
Δεν πήρα υποκατάστατα νικοτίνης, δεν χρησιμοποίησα ηλεκτρονικά βοηθήματα. Απλά σταμάτησα να καπνίζω.
Το πρώτο διάστημα ήταν δύσκολο, πολύ δύσκολο. Όποις λέει πως το τσιγάρο κόβεται εύκολα είναι ψεύτης.
Θυμάμαι περισσότερο δυσκολεύτηκα όταν έκλεισα έξι μήνες άκαπνος. Νομίζω αυτό ήταν το δύσκολότερο βήμα στην πορεία μέχρι σήμερα, όταν πέρασα εκείνο το σκαλοπάτι, νοιώθω πως όλα διαφοροποιήθηκαν.
Το πρώτο που με ρωτάνε όλοι είναι αν πήρα κιλά με την παύση του καπνίσματος.
Πήρα και μάλιστα πολλά. Για την ακρίβεια δεκαπέντε, έφτασα το 2011 να ζυγίζω 130 κιλά!
Αυτή είναι η μία όψη.
Η άλλη είναι πως, από την στιγμή που είχα καταφέρει να κάνω ένα τόσο δύσκολο βήμα στη ζωή μου με την διακοπή του καπνισματος, είχα πλέον το κουράγιο, την αντοχή αλλά και τη διάθεση να κάνω το επόμενο: να χάσω βάρος.
Ίσως έχει νόημα να αναφέρω πως από υπέρβαρος καπνιστής τον Φεβρουάριο του 2009, έφτασα τον Νοέμβριο του 2017 να τερματίσω στον Αυθεντικό Μαραθώνιο της Αθήνας! Ποιός; Εγώ που λίγα χρόνια πριν δυσκολευόμουν να ανέβω τη σκάλα ενός ορόφου!


Είναι ευλογημένοι οι άνθρωποι που δεν κάπνισαν ποτέ.
Είναι δυστυχισμένοι και μάλιστα χωρίς να το ξέρουν όσοι συνεχίζουν να καπνίζουν.
Για πολλά χρόνια είχα αδικαιολόγητες ημικρανίες και μόνιμη συντροφιά μου ήταν τα παυσίπονα χάπια. Έκανα εξετάσεις στο κεφάλι, στα αυτιά και τα μάτια μου, καμία ένδειξη, τίποτα. Μόνο όταν σταμάτησα το τσιγάρο κατάλαβα την αιτία!
Ένας καπνιστής δεν μπορεί να καταλάβει πόσο κακό κάνει στον εαυτό του, όχι γιατί μπορεί να πάθει καρκίνο ή καρδιοπάθεια κάποια στιγμή στη ζωή του.
Αλλά γιατί δεν έχει αίσθηση της ζημιάς που κάνει στην καθημερινότητά του, των γεύσεων που δεν πρόκειται ποτέ να γευτεί, των οσμών που δεν πρόκειται ποτέ να μυρίσει.


Δεν υπάρχουν δικαιολογίες, φτάνει να το θέλεις πραγματικά.


Η δύναμη υπάρχει και σε περιμένει να την χρησιμοποιήσεις!

Δευτέρα, 28 Μαΐου 2018

Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών....

 

Το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο είναι ένα στολίδι όχι μόνο για την Αθήνα αλλά και για όλη την Ελλάδα.
Βρίσκεται δύο βήματα από την Ομόνοια, δίπλα ακριβώς από το Μετσόβιο Πολυτεχνείο.
Κατασκευάστηκε το 1866 σε οικόπεδο που παραχώρησε η Ελένη Τοσίτσα με σκοπό να στεγάσει όλα τα αρχαιολογικά ευρήματα του Κεντρικού Αρχαιολογικού Μουσείου που ιδρύθηκε το 1834 και στεγαζόταν προσωρινά στο ναό του Ηφαίστου, το λεγόμενο Θησείο.
Η αρχαιολογική συλλογή του μουσείου εμπλουτιζόταν συνεχώς μέχρι το 1925 που αποφασίστηκε η επέκτασή του. Δυστυχώς αν και το νέο τμήμα του κτιρίου ήταν έτοιμο το 1939, ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος ανάγκασε τους ανθρώπους του μουσείου να μην προχωρήσουν σε νέες εκθέσεις αρχαιοτήτων.
Αντίθετα, στην προσπάθειά τους να προστατεύσουν τα πολύτιμα ευρύματα από τους εισβολείς, πραγματοποίησαν μεγάλης κλίμακας εργασίες απόκρυψης κατά τις οποίες όλα τα χρυσά και πολύτιμα αντικείμενα εγκιβωτήστηκαν και κρύφτηκαν στα θησαυροφυλάκια της Τράπεζας της Ελλάδας. Παράλληλα, τα περισσότερα  γλυπτά και αγγεία αποκρύφθησαν στα υπόγεια του μουσείου ενώ ειδικά τα χάλκινα εγκιβωτήστηκαν με ειδική μνεία για την μόνωσή τους από την υγρασία.
Για την απόκρυψη των μεγάλων μαρμάρινων αγαλμάτων ανοίχτηκαν μεγάλοι λάκκοι στους εκθεσιακούς χώρους του κτιρίου ενώ όλα τα υπόγεια της νέας πτέρυγαν γέμισαν με τόνους άμμου για να καλύψουν τα αρχαία που τοποθετήθηκαν εκεί.
Η αποκατάσταση των ευρυμάτων και του κτιρίου ξεκίνησαν το 1946, με την πρώτη προσωρινή έκθεση να εγκαινιάζεται το 1950. 
Η τελευταία ανακαίνιση του κτιρίου πραγματοποιήθηκε από το 2003 έως το 2005 με αφορμή την αποκατάσταση των ζημιών που προκλήθηκαν από τον σεισμό του 1999.

Έχω την εντύπωση πως, τουλάχιστον για τους ανθρώπους της ηλικίας μου, το Εθνικό Αρχαιολογικό ζει κάτω από την σκια της Ακρόπολης των Αθηνών και του Μουσείου της καθώς είναι αρκετοί, κυρίως οι επισκέπτες της πόλης, που δεν γνωρίζουν καν την ύπαρξή του!
Είναι χαρακτηριστικό δε το παράπονο που μου εξέφρασαν οι φύλακες του μουσείου πως, ακόμα και οι κάτοικοι της Αθήνας αγνοούν την πολυτιμότητα της ύπαρξής του και δεν το επισκέπτονται ποτέ, σε αντίθεση με τους επισκέπτες που έρχονται από χώρες του εξωτερικού και έρχονται στον χώρο προετοιμασμένοι για τα εκθέματα που θα συναντήσουν.
Και είναι πραγματικά τόσο πολύτιμοι και σπάνιοι οι θησαυροί που υπάρχουν στους του μουσείου!
Τί να πρωτοσκεφτώ;
Την Κυκλαδίτικη συλλογή;
Την συλλογή από τις Μυκήνες;
Την συλλογή από την Πύλο;
Τη συλλογή των αγγείων;
Την αίθουσα για το Ακρωτήρι της Σαντορίνης;
Τα αγάλματα και τις επιτύμβιες στήλες;
Την Αιγυπτική συλλογή;
Την συλλογή από το ναυάγιο των Αντικυθήρων;
Το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο είναι αχανές, χρειάζεται πάνώ από τρεις ώρες για να το επισκεφθεί κάποιος και να νοιώσει πως το έχει δει ολόκληρο.
Υπάρχουν κάποια εκθέματα που ξεχωρίζουν όπως, ο "Έφηβος των Αντκυθήρων", ο "Αναβάτης του Αρτεμισίου", ο περίφημος "Μηχανισμός των Αντικυθήρων", το "Προσωπείο του Αγαμέμνονα", όμως αξίζει κανείς να δαπανήσει τον χρόνο που απαιτείται προκειμένου να δει όλο τον χώρο, να θαυμάσει τα μοναδικά εκθέματα ένα προς ένα.
Είναι από τις επισκέψεις που μένουν χαραγμένες στο μυαλό για μια ζωή!






Το φερόμενο ώς νεκρικό προσωπείο του Αγαμέμνονα
 

Χρυσά κύπελα από την Πύλο.
Ο αναβάτης του Αρτεμισίου
 


Η συλλογή των αγγείων είναι εντωποσιακή!
 


Από την συλλογή της Σαντορίνης. Υπολείμματα σπόρων
Από την συλλογή της Σαντορίνης. Λάβα που σμιλεύτηκε από το εσωτερικό καλαθιού και αγκάθια από αχινούς!

Ο έφηβος των Αντικυθήρων με το εντυπωσιακό βλέμμα.
 

Και κάτι από τον "Κήπο με τα αγάλματα"!!
 \







Ο μηχανισμός των Αντικυθήρων σε μια πραγματικά εντυπωσιακή αίθουσα
 


Πορτραίτα Φαγιούμ από την Αιγυπτιακή συλλογή
 


Creative Commons License
Οι παραπάνω φωτογραφίες χορηγούνται με άδεια Creative Commons Attribution-NonCommercial-NoDerivs 3.0 Ελλάδα.

Παρασκευή, 25 Μαΐου 2018

"Εδώ Πολυτεχνείο..."


Το περασμένο Σάββατο, εκπλήρωσα ένα παιδικό μου όνειρο.
Στάθηκα έστω και για λίγες στιγμές εμπρός από την είσοδο ενός από τα πιο ιστορικά κτίρια της Ελλάδας, του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου...
Στάθηκα για λίγο μπρος από την καγκελόπορτα που έριξε το άρμα μάχης τη βραδυά της 17η Νοεμβρίου του 1973.
Είδα με τα μάτια μου τις κολώνες που οι φοιτητές κρέμονταν σαν τα σταφύλια μπρος στα όπλα του καθεστώτος και δεν δείλιασαν, δεν έσκυψαν το κεφάλι, έμειναν εκεί μέχρι το τέλος...
Και άλλαξαν την ιστορία αυτού του τόπου, τον έβγαλαν από τον γύψο...

Ξέρω, κάποιοι θα πουν πως η γενιά του Πολυτεχνείου πρόδωσε τα ιδανικά της.
Πως όσοι επαναστάτησαν εκείνο τον Νοέμβρη συμβιβάστηκαν, έγιναν οι ίδιοι "καθεστώς" και φτάσαμε στις μέρες μας να θεωρούμε το Πολυτεχνείο σαν την αρχή του τέλους για τη χώρα, σαν τη αφετηρία της διαδρομής που οδήγησε σε όσα ζούμε σήμερα και έχουν φέρει τη χώρα πέρα από τα πρόθυρα της καταστροφής.
Δύσκολα θα διαφωνήσω, όμως, ποιά γενιά δεν έχει τις παθογένειές της;
Η γενιά του "ΟΧΙ" δεν ήταν εκείνη που έφερε τον εμφύλιο, τις εξορίες και το παρακράτος του 50 και του 60;

Το νόημα του Πολυτεχνείου, της ανάτασης μπρος στην απολυταρχία, δεν μπορεί να εκλείψει ούτε να σπηλωθεί από τίποτα και κανέναν.
Το Πολυτεχνείο δεν ήταν μόνο οι άνθρωποι, ήταν η φλόγα της νιότης που αντιστάθηκε, που είχε το θάρρος και το θράσος να κάνει ό,τι δεν έκανε κανείς άλλος μέσα στην επταετία.
Ήταν τα παιδιά που μάτωσαν και δεν έγιναν ποτέ γνωστά γιατί δεν έγιναν πολιτικοί "άρχοντες" στην μεταπολίτευση.

Είναι αυτά τα παιδιά με το λυπημένο βλέμμα που έδωσαν πνοή στην προτομή του φοιτητή λίγα μέτρα από την είσοδο του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου στην οδό Πατησίων...







Creative Commons License
Οι παραπάνω φωτογραφίες χορηγούνται με άδεια Creative Commons Attribution-NonCommercial-NoDerivs 3.0 Ελλάδα.

Πέμπτη, 24 Μαΐου 2018

"-Μπαμπά, γιατί τον φωνάζουν Δράκο;"


Ο Παναγιώτης Γιαννάκης είναι ένας ζωντανός θρύλος.
Είναι ένα είδωλο για τα σημερινά παιδιά αλλά περισσότερο για μας που τον γνωρίσαμε στο Eurobasket του 1987 σαν καλοθοσφαιρστή και το 2005-2006 σαν προπόνητη της καλύτερης ίσως εθνικής ομάδας μπάσκετ όλων των εποχών.

Στις 23 Μαΐου βρέθηκε στις εγκαταστάσεις του Ηράκλειο ΟΑΑ για να μιλήσει στα παιδιά των ακαδημιών του συλλόγου και φυσικά, οι γονείς που ανήκουμε στην γενιά του '87 δεν χάσαμε την ευκαιρία!
Στην αρχή ο "Δράκος" ήταν αμήχανος, προσπαθούσε να βρει ένα τρόπο να ανοίξει την κουβέντα.
Πήρε την πορτοκαλί μπάλα από ένα παιδί, άρχισε να την κυκλοφορεί στα χέρια του λες και ήθελε τη βοήθειά της να ξεκινήσει.
Για μια στιγμή έπεσε σιωπή στο γήπεδο. Οι περισσότεροι νοιώσαμε λιγάκι παράξενα, αμήχανα. Ο Δράκος κοιτούσε την μπάλα στα χέρια του, έψαχνε τα λόγια του, τα ζύγισε και άρχισε να μιλάει!

Μακάρι να είχα ηχογραφήσει όσα είπε γιατί πραγματικά είχαν μεγάλη αξία να τα ακούς από το στόμα ενός τόσο μεγάλου αθλητή.
Μίλησε στα παιδιά, όχι για πρωταθλήματα και κύπελλα, αλλά για τον τρόπο ζωής που θα πρέπει να έχουν.
Τους είπε να ακολουθούν τα όνειρά τους και να προσπαθούν κάθε μέρα να τα κάνουν πραγματικότητα.
Τους μίλησε για το σχολείο, για τη γνώση που είναι πάντα χρήσιμη.
Για την διατροφή και τις καθημερινές τους συνήθειες.

Μά, αυτό που μου έκανε εντύπωση περισσότερο από όλα ήταν πως τους ανέφερε πως ο μεγαλύτερος αντίπαλος για όλους, δεν είναι κανείς άλλος από τον ίδιο μας τον εαυτό.
Εκείνο τον εαυτό που θέλει να μας κρατήσει στο κρεβάτι για να μην πάμε στην προπόνηση.
Αυτόν που συνεχώς μας φωνάζει να σταματήσουμε για να ξεκουραστούμε.
Εκείνος ο ίδιος που διαρκώς προσπαθεί να μας κρατήσει στην στασιμότητα, την αφάνια, την απραξία.Τη "μη ύπαρξη"...
Το συναίσθημα αυτό είναι πολύ γνώριμο για όποιον βάζει στόχους στη ζωή του.

Τον Παναγιώτη Γιαννάκη τον φώναζαν Δράκο γιατί μέσα στο γήπεδο ήταν πάντα τόσο αφοσιωμένος στον στόχο του που τα μάτια του λες και πετούσαν φωτιές!
Δεν ήταν απλά το "Βλέμμα της Τίγρης" όπως έλεγε το ομώνυμο τραγούδι που έπαιζε στα μεγάφωνα του ΣΕΦ του 1987, όταν η Εθνική Ελλάδος έμπαινε στο γήπεδο.
Ήταν η φωτιά της θέλησης, το πείσμα, η αφοσίωση που οδήγησε μια μικρή χώρα με καμία παράδοση στο μπασκετ, να τα βάλει με τα μεγαθήρια της δεκαετίας του 1980, να τα νικήσει και να γίνει μια απο τις μεγαλύτερες δυνάμεις του παγκόσμιου ομαδικού αθλητισμού.

Αυτό που κατάλαβα για μία ακόμα φορά χτες είναι πως τελικά, τίποτα δεν είναι τυχαίο στη ζωή.
Τίποτα δεν πρόκειται να μας χαριστεί, τίποτε δεν έρχεται μόνο.
Μόνο η σκληρή δουλειά και η υπέρβαση οδηγούν στο επιθυμητό αποτέλεσμα.
Μόνο έτσι μπορεί κανείς μας να νικήσει τον χειρότερο και πιο επίμονο αντίπαλο.

Τον ίδιο του τον εαυτό.





Creative Commons License
Οι παραπάνω φωτογραφίες χορηγούνται με άδεια Creative Commons Attribution-NonCommercial-NoDerivs 3.0 Ελλάδα.

Τρίτη, 15 Μαΐου 2018

Βαγγέλης....


Φώτο από το www.singleparent.gr
 Στο 39ο Δημοτικό Σχολείο Ηρακλείου που πέρασα τα πρώτα μαθητικά μου χρόνια, υπήρχε μια παράξενη ιεραρχία. Λόγω της φιλοξενίας του ιδρύματος σε ένα κτίριο που μόνο για σχολείο δεν προοριζόταν, υπήρχε μια εσωτερική σκάλα που οδηγούσε σε δύο αίθουσες στον πρώτο όροφο που ήταν, τόσο επικίνδυνη που υπήρχε ο άγραφος κανόνας στις δύο τάξεις αυτού του επιπέδου να φοιτούν παιδιά μόνο στην Πέμπτη και Έκτη τάξη. Οι δάσκαλοι είχαν την ελπίδα πως εκείνα θα κουβαλούσαν αρκετό μυαλό μέσα στο κεφάλι τους ώστε να μην σκοτωθούν σε κάποιο διάλειμμα.
Λόγω του άτυπου αυτού διαχωρισμού, μόλις ένα παιδί τέλειωνε την Τετάρτη τάξη και "ανέβαινε" την σκάλα, ένοιωθε λες και άλλαζε επίπεδο, λες και αποκτούσε περισσότερη αξία στον σχολικό μικρόκοσμο. Μια χαζομάρα ήταν βέβαια όλο αυτό, για ποιό επίπεδο μπορείς να κουβεντιάσεις μέσα σε ένα κτίριο που χτίστηκε για να γίνει σπίτι και στέγασε ένα σχολείο από καθαρή ανάγκη, χωρίς πόσιμο νερό, με τις πιο βρώμικες τουαλέτες που θα μπορούσαν να υπάρξουν ποτέ και μάλιστα δίπλα ακριβώς στις εισόδους των αιθουσών διδασκαλίας, χωρίς την ύπαρξη αυλής, χωρίς τις υποτυπώδεις υποδομές... Μόνο το φιλότιμο του διδακτικού προσωπικού ήταν αυτό που κρατούσε την καθημερινότητα του σχολείου μας σε ανεκτά επίπεδα.
Ήμουν στην Πέμπτη δημοτικού, ο δάσκαλός μας ήταν από το Οροπέδιο Λασιθίου, "εκπαιδευτικός" παλιάς κοπής, μας ξυλοφόρτωνε με κάθε ευκαιρία χρησιμοποιώντας τη... συλλογή του από ξυλόβεργες που στόλιζε δεξιά κι αριστερά τον πίνακα. Την εποχή εκείνη, όχι παλαιότερα από το 1987, το ξύλο στα Δημοτικά Σχολεία ήταν "παιδαγωγική" μέθοδος, ό,τι είχε απομείνει από τις πρακτικές που εφαρμόζονταν στις δεκαετίες του 1960 και 1970 οι αυταρχικοί "δάσκαλοι", πραγματικοί βασανιστές των παιδιών. Η γενιά μου ευτυχώς ήταν η τελευταία που ανέχτηκε αυτή τη βαρβάρότητα που εξαφανίστηκε όταν και η τελευταία φουρνιά δασκάλων όπως εκείνος που είχα στην Πέμπτη Δημοτικού, αποφάσισε να μας αδειάσει τη γωνιά και να χαρεί τα χρόνια της συνταξιοδότησης.
Πρέπει να είχε προχωρήσει μέχρι τα μισά του το πρώτο τρίμηνο όταν ήρθε ο Βαγγέλης ουρανοκατέβατος ένα πρωί στην τάξη μας. Ο δάσκαλος μάς τον παρουσίασε σαν νέο μαθητή από μεταγραφή χωρίς ίχνος συναισθήματος, χωρίς καμία υπόδειξη για την υποδοχή κι αποδοχή του και όρισε τη θέση του δίπλα στη δική μου μιας κι εγώ καθόμουν στο τελευταία θρανίο μονάχος, για να μπορώ να κοιτάζω την ώρα του μαθήματος τη Φιλιώ.
Φορώντας μια φόρμα, χωρίς τσάντα, με τα ρούχα του να ξεχειλίζουν γύρω από τον παντελόνι, δεν μπορώ να πω πως ευχαριστήθηκα ιδιαίτερα με την παρουσία του δίπλα μου. Όλοι οι υπόλοιποι μέσα στην τάξη είχαμε μεγαλώσει μαζί, στους ίδιους δρόμους, στις ίδιες γειτονιές. Ο Βαγγέλης δίπλα μας ένοιαζε ένας ξένος, παρείσακτος. Τη δυσκολία της αποδοχής του ενίσχυε ο ίδιος με το κάθετί έκανε. Μιλούσε φωναχτά, έβριζε ασταμάτητα με κάθε ευκαιρία, ενώ η φωνή του είχε ένα χαρακτηριστικό σφύριγμα που συνόδευε κάθε φράση, ένδειξη άγχους πρέπει να ήταν τώρα που το σκέφτομαι, που την καθιστούσε εκνευριστική.
Πέρασε καιρός προκειμένου να μπορέσουμε να τον αποδεκτούμε τα υπόλοιπα αγόρια της τάξης και πάλι όμως τον κρατούσαμε σε απόσταση, ήταν και ο ίδιος απόμακρος, πάντα με βλέμμα απλανές, πάντα προβληματισμένος. Και πάντα αδιάβαστος... Ο δάσκαλος τον χτυπούσε διαρκώς για να τον συνετήσει (η "παιδαγωγική" που ανέφερα πριν...) αλλά εγκατέλειψε κάποια στιγμή την προσπάθεια όταν κατάλαβε πως άδικος ήταν ο κόπος του, άδικα έσπαγε τις βέργες του στις παλάμες του άμοιρου Βαγγέλη.
Ένα από τα πράγματα που έχω κάνει στη ζωή μου και για τα οποία ντρέπομαι είναι ένα βάρβαρο "παιχνίδι" που είχαμε εφεύρει για να πειράζουμε τον Βαγγέλη. Όταν σαν "μεγάλοι" που ήμασταν ο διευθυντής του σχολείου μας ανέθετε να αδειάσουμε το μεταλλικό βαρέλι της αυλής με τα σκουπίδια στον κάδο απορριμάτων του δρόμου, πάντα μα πάντα "από λάθος" δήθεν απρόσεκτα ρίχναμε το βαρέλι μέσα στον κάδο... και πάντα βάζαμε τον Βαγγέλη να μπαίνει μέσα σ' αυτόν και να το βγάζει έξω. Αναρωτιέμαι σήμερα πώς είναι δυνατόν να γελάει σαν ηλίθιος ένας 10 χρονος με αυτό το θέαμα... Και πώς είναι δυνατόν ένας άλλος, το θύμα, να μην κρατάει ποτέ κακία.
Όλοι οι συμμαθητές από το 39ο δημοτικό συνεχίσαμε μαζί στην πρώτη γυμνασίου. Κάποιοι δεν συνέχισαν στην δεύτερη τάξη, μεταξύ τους και ο Βαγγέλης. Δεν τα έπαιρνε τα γράμματα. Βαριόταν να μελετήσει. Ήταν μια περίπτωση παιδιού που σίγουρα χρειαζόταν άλλου είδους στήριξη για να μπορέσει να φοιτήσει στο σχολείο, κάτι που μπορεί να είναι αυτονόητο στις μέρες μας αλλά τότε δεν υπήρχαν οι υποδομές για να γίνει. Μία από τις τελευταίες φορές που τον θυμάμαι σαν συμμαθητή μου, ήταν περίπου στα μέσα της χρονιάς. Είχε τσακωθεί με τον Ανδρέα, τον "νταή" της τάξης μας. Είχαν λογοφέρει την ώρα του διαλείμματος και ο Ανδρέας του είχε πει να βρεθούν αφού σχολούσαμε για να λύσουν τις διαφορές τους με τα χέρια. Τρόμαξα, μίλησα στον Βαγγέλη, είχε άγνοια κινδύνου. Προσπάθησα να συνετίσω τον Ανδρέα.
"-Ξεκόλλα ρε, δεν το βλέπεις το παλικάρι που δεν νοιώθει; Κάνε πίσω".
Ανένδοτος εκείνος, ήθελα να κάνει επίδειξη ανδρισμού μέσα από κάποιον αδύναμο.
"-Θα του σπάσω τα μούτρα".
Δεν έκανε κανείς από τους δυο του πίσω, βρέθηκαν στην αυλή μετά το τέλος των μαθημάτων και ξεκίνησαν τον καυγά. Λίγο πριν συμβεί κανένα κακό, μας είδε έτσι μαζεμένους ένας καθηγητής που κατευθυνόταν στο αυτοκίνητό του και η παράσταση έλαβε τέλος...
Χαθήκαμε με τον Βαγγέλη για δυο-τρία χρόνια, εγώ συνέχισα το σχολείο, εκείνος το παράτησε και έπιασε δουλειά σε μια φρουταγορά κοντά στο πατρικό μου. Τον συνάντησα ξανά όταν ήμουν στην πρώτη τάξη του Λυκείου. Περνούσα τακτικά εκείνη την εποχή δίπλα από την φρουταγορά που δούλευε καθώς έκανα "ερωτικά" περάσματα από ένα σπίτι εκεί δίπλα.
Κάποιες φορές σταμάτησα και πιάσαμε την κουβέντα, παρέμενε ο ίδιος όπως τότε. Φωνακλάς, με μια βρισιά μόνιμα στην άκρη των χειλιών του, με άγνοια κινδύνου, ίδιος και απαράλλακτος.
Με τα χρόνια χαθήκαμε εντελώς. Αλλού εγώ, εκείνος πάντα στο ίδιο κατάστημα, στο ίδιο πόστο.
Τον συνάντησα πριν απο μια δεκαριά χρόνια τυχαία και πάλι στο δρόμο. Τρόμαξα, μου φάνησε γερασμένος, λες και ήταν ο ίδιος Βαγγέλης αλλά φορούσε ένα ξένο κοστούμι με το δέρμα ενός ηλικιωμένου. Έπρωχνε ένα μεταλλικό καρότσι. Του κούνησα το χέρι για να τον χαιρετίσω, δεν θυμάμαι να αντέδρασε.
Την τελευταία φορά που τον είδα ήταν το 2013. Για την ακρίβεια δεν είδα τον ίδιο, αλλά μια φωτογραφία του κολλημένη σε ένα στύλο της ΔΕΗ.
Βαγγέλης Φ., ετών 37.
Θυμήθηκα την πρώτη φορά που τον είχα συναντήσει, λίγα μέτρα πιο κάτω, στην αίθουσα του 39ου δημοτικού σχολείου.
Τότε που όλοι κάναμε όνειρα για το μέλλον, απλά ο Βαγγέλης δεν τόλμησε ποτέ να μας φανερώσει τα δικά του, λες και αισθανόταν πως δεν θα τον καταλαβαίναμε.
Ίσως αυτά να ονειρευόταν τις στιγμές που το βλέμμα του χάνονταν στην τάξη, τότε που το μυαλό του ταξίδευε μακριά έξω από τα όρια του μικρού μας σχολείου....



Σάββατο, 28 Απριλίου 2018

Ερείπια...


Εδώ και κάμποσες μέρες κάθομαι μπρος από το πληκτρολόγιο και προσπαθώ να λεκτικοποιήσω ένα συναίσθημα που νοιώθω από παιδί αλλά δεν τα καταφέρνω...
Κάθησα πάλι σήμερα μπρος από την οθόνη και βλέπω τον κέρσορα να αναβοσβήνει σε λευκό φόντο και δεν μπορώ να σταυρώσω λέξη.
Γράφω, σβήνω εκφράσεις, τίποτα δεν μένει στη θέση του και πάλι γίνεται λευκή η σελίδα, όλα σκουπίδια, τίποτα δεν κολλάει με αυτό που νοιώθει η ψυχή μου...
Ψυχή... Αυτή είναι η λέξη που ξεκλειδώνει τα πάντα...
Ψυχή όχι με την έννοια που την ερμηνεύουν οι περισσότεροι του "αόρατου" που μας κρατά στη ζωή, αλλά σαν αυτό που μας κρατά δέσμιους του "είναι", του "θέλω" και του "πρέπει". Ψυχή σαν θλίψη, σαν φυλακή της καρδιάς. Σαν τις αλυσίδες που κρατούν το σώμα για να μην πραγματοποιήσει το ποθητό, αυτό που θα το ελευθερώσει.
Η ζωή είναι σαν την προηγούμενη παράγραφο. Απλή και συνάμα μπερδεμένη.
Όμορφη αλλά και σκληρή σαν την αλήθεια.
Ευτυχώς που είναι μπερδεμένη γιατί δεν θα ήταν όμορφη.
Άλλο τόσο ευτυχώς που είναι σκληρή γιατί δεν θα ήταν αληθινή, δεν θα ήταν γλυκιά και θα την αφήναμε να γλιστήσει μέσα από τα δάχτυλά μας σαν το νερό της βρύσης.

Μεγάλωσα σε μια πόλη γεμάτη πανέμορφα κτίρια ερειπωμένα από την εγκατάλειψη, γι' αυτό και στο μυαλό μου συνώνυμο της ομορφιάς αλλά και της εγκατάλειψης είναι τα ερείπια....
Απο μικρός έμαθα να αγαπώ την εγκατάλειψη. Από παιδί όταν ξεκίνησα να διαβάζω τα πρώτα μου βιβλία για το Ηράκλειο, έβλεπα τα παλιά κτίρια σαν ζωντανούς οργανισμούς που ήθελαν να μιλήσουν, να πουν ιστορίες από το παρελθόν τους, να περιγράψουν χαρές και λύπες, χαμόγελα και δάκρυα που πότισαν τα πατώματά τους. Που πονούσαν και ούρλιαζαν με την κακομεταχείριση, την αδιαφορία, την εγκατάλειψη...
Έρχονταν νύχτες που στα όνειρά μου άνοιγαν οι βαριές καστρόπορτες των τειχών, άναβαν στο εσωτερικό των στοών τους δάδες με κατακίτρινο φως και τα περάσματά τους γέμιζαν ζωή, παλιούς καστρινούς και στρατιώτες, νύχτες καλοκαιρινές με άρωμα γιασεμί και κόσμο να χαμογελάει και να χορεύει με σκοπούς από άλλες εποχές!
Όνειρα που παρακαλούσα να μην τελειώσουν, όνειρα που μοιάζαν τόσο οικεία και ζωντανά, που με αγκάλιαζαν όπως το κόκκινο κουβερτάκι της μάνας μου όταν ήμουν μωρό, που γέμιζαν τα ρουθούνια μου με το άρωμα του γιασεμιού από το βαρέλι στην αυλή του πατρικού μου στην παιδική μου ηλικία....


Η μόνη μας πατρίδα είναι η παιδική μας ηλικία, διάβασα κάπου.
Πόσο αλήθεια!
Όσο περνούν τα χρόνια συνειδητοποιώ πως ένα από τα λίγα πράγματα που ενώνουν το σήμερα με την παιδική μου ηλικία είναι αυτά τα ερείπια που γερνάνε μέρα με τη μέρα μαζί μου.
Η αγάπη και η ενασχόλησή μου με αυτά είναι από τα ελάχιστα που έχω κρατήσει αναλλοίωτα μέσα μου, δεν είναι τυχαίο πως τις μέρες που ξεστρατίζω από το μονοπάτι της ζωής, εκείνα τα όνειρα της παιδικής μου ηλικίας έρχονται και πάλι στο νου και ζωντανεύουν.
Τότε που τα αρχοντικά της οδού 25ης Αυγούστου γεμίζουν ξανά ζωή, τότε που οι καστρόπορτες κιτρινίζουν από το φως, τότε μόνο η ψυχή μου γαληνεύει, τότε μόνο σπάνε τα δεσμά, τα όρια παύουν να υπάρχουν και το όνειρο γίνεται γλυκό σαν το χαμόγελο της Μαρίας, όμορφο σαν τα μάτια του Στέφανου....
Σαν τη ζωή που όσο σκληρή και δύσκολη κι αν φαντάζει κάποιες φορές, δεν παύει ποτέ να δίνει το περιθώριο να τη λατρέψουμε γι' αυτό που είναι.














Creative Commons License
Οι παραπάνω φωτογραφίες χορηγούνται με άδεια Creative Commons Attribution-NonCommercial-NoDerivs 3.0 Ελλάδα.