Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2017

Η διαφορετικότητα που μας τρομάζει....

Πέρασα τρείς μέρες κρεβατωμένος με γρίπη και έντονη αδιαθεσία.
Μιάς και η φύση έχει προβλέψει τελικά για τα πάντα όσα μπορεί να μας συμβούν, το μυαλό μου άδειασε από το άγχος και την ανησυχία για τα πάντα, ένδειξη της ισχυρής άμυνας που πρόβαλε το κορμί στην επίμονη ίωση που με έριξε στο κρεβάτι και εκεί, μέσα στην παραζάλη του πυρετού, είχα πολλές ώρες να μείνω μόνος με τον εαυτό μου, εγώ κι εκείνος μόνοι μας να σκεφτούμε πολλά.
Να κοιτάξουμε τη σχέση μας που την έχουμε παραμελήσει.
Να δούμε πού πάνε τα πράγματα.
Να θυμηθούμε εικόνες.
Να αναζητήσουμε εικόνες που δεν έρχονται πια.
Έγιναν πολλά τις μέρες αυτές. Μακάρι να έχω δύναμη να τα περιγράψω σύντομα, να μην αλλοιωθεί ούτε μια σταγόνα συναίσθημα.
Για κάποιο λόγο, όχι ανεξήγητο αλλά δεν έχει ιδιαίτερη σημασία, θυμήθηκα πολύ έντονα δύο περιστατικά από τα παιδικά μου χρόνια που, δεν το είχα αντιληφθεί ποτέ αλλά δείχνουν να έχουν ένα κοινό δεσμό μεταξύ τους.

Ήμουν στην Τετάρτη δημοτικου, το 1984 πρέπει να ήταν. Από την προηγούμενη κιόλας χρονιά είχα πάρει τ' αυτιά των δικών μου να με γράψουν σε φροντιστήριο Αγγλικών. Μου άρεσε πολύ η Αγγλική γλώσσα, από το νηπιαγωγείο θυμάμαι πως ξεφύλλιζα ένα βιβλίο που κρατούσαν τα αδέρφια μου και είχα μάθει να αναγνωρίζω 4-5 λέξεις.
Ο μικρόμυαλος καθηγητής στο φροντιστήριο της γειτονιάς δεν άφηνε τη μητέρα μου να με γράψει.
" - Να τον φέρεις του χρόνου που θα πάει στην Τετάρτη κυρία Φωτεινή, είναι μικρός ακόμα".
Είναι από τις κουταμάρες που κάνουν οι άλλοι που μπορεί να σου αλλάξουν τη ζωή. Αυτή είναι μια άλλη ιστορία...
Θυμάμαι όταν επιτέλους ήρθε το πολυπόθητο πλήρωμα του χρόνου και γράφτηκα στο φροντιστήριο, πόση ευτυχία Θεέ μου! Δεν με χωρούσε το σπίτι, μου φαινόταν χιλιόμετρα τα λιγοστά μέτρα από το σπίτι μέχρι εκεί, στις 2 το μεσημέρι, τρείς φορές την εβδομάδα, μέχρι να μπω στη μικρή αίθουσα απέναντι από το παρκάκι της γειτονιάς μας.
Ένοιωθα σαν να βρισκόμουν εκεί που πραγματικά ανήκα, αυτή η μυρωδιά της αίθουσας, τα θρανία, τα καθίσματα, τίποτα δεν ήταν το ίδιο με το σχολείο μας που τα πάντα μύριζαν υγρασία, μούχλα και βιαστικά καθαρισμένες τουαλέτες.
Και όχι μόνο αυτό, το μάθημα ήταν παιχνίδι, όλα μου φαίνονταν τόσο εύκολα, τόσο δικά μου, διάβαζα χωρίς προσπάθεια, τα διαγωνίσματα παιχνιδάκι, οι βαθμοί μου εξαιρετικοί, οι φίλοι μου, ακόμα και σήμερα μέσα στην καρδιά μου.
Μεγάλη εισαγωγή όμως έκανα. Είπαμε, το συναίσθημα των ημερών.
Δύο άνθρωποι μου ήρθαν χτες λοιπόν στο μυαλό που, χωρίς να έχουν σχέση μεταξύ τους, κατά κάποιο τρόπο συνδέονται με τον χώρο που περιγράφω παραπάνω.

Δίπλα ακριβώς στο φροντιστήριο των Αγγλικών μας, ήταν ένα συμπαθητικό πετρόχτιστο σπίτι με μια αυλίτσα γεμάτη λουλούδια. Τα πάντα πεντακάθαρα, τα σκαλοπάτια μιας μικροσκοπικής σκάλας που είχε για την ταράτσα ήταν πάντοτε ασβεστωμένα, τα λουλούδια πάντα περιποιημένα. Στο σπίτι αυτό έμενε μόνη μια ηλικιωμένη γυναίκα που πάσχιζε όλη την ημέρα να το φροντίζει, τυλιγμένη σφιχτά στα μαύρα της ρούχα, ένδειξη πένθους ίσως.
Θυμάμαι κάτι για τη γυναίκα αυτή που με στεναχωρεί. Θυμάμαι πως όλοι την περιφρονούσαμε, κάποιοι την κορόϊδευαν κιόλας. Ο λόγος απλός. Το ύψος της ήταν μικρότερο από το δικό μας.
Αυτό ήταν αρκετό να μην την θαυμάζει κανείς για το σπίτι και τον κήπο, για την ηλικία, ακόμα και για την μοναξιά της που την είχε κάνει φιλενάδα. Θα μου πεις, δέκα χρονών ήμασταν....

Ένα από εκείνα, τα μεσημέρια του Σεπτέμβρη που περιμέναμε τον καθηγητή να ανοίξει την αίθουσα για να τρυπώσουμε μέσα και ήμασταν όλοι μαζεμένοι στην υποτυπώδη αυλή που είχε απέξω για γλιτώσουμε λίγο από την ζέστη που έχει την ώρα εκείνη, είδαμε μια άγνωστη φιγούρα να ανεβαίνει από μακριά. Ήταν ο πρώτος αφροαμερικανός που είδα από κοντά.
Η αντίδρασή όλων των παιδιών, ιδιαίτερα των κοριτσιών, δεν ήταν αυτό που θα λέγαμε "πολιτικά ορθή". Τα αγόρια παγώσαμε, θυμάμαι κάποια από τα κορίτσια άρχισαν να ουρλιάζουν.
Εκείνος, απλά όταν έφτασε κοντά μας, χαμογέλασε και, δεν θα το ξεχάσω ποτέ, μας είπε "-Μην φοβάστε, δεν είμαι κακός άνθρωπος!" και χαμογέλασε συνεχίζοντας το βήμα του.

Διαφορετικότητα.
Γιατί μας τρομάζει τόσο;
Εντάξει, σήμερα μπορεί να δικαιολογήσω μερικά δεκάχρονα, όμως θύτες του τρόμου της διαφορετικότητας, λυπάμαι αλλά είμαστε όλοι οι ενήλικοι.
Μπορεί να μην είναι μια ηλικιωμένη γυναίκα με ιδιαίτερο παρουσιαστικό.
Μπορεί να μην είναι ένας μετανάστης.
Όμως οι άνθρωποι έχουμε φτάσει να φοβόμαστε κάθετί το διαφορετικό γύρω μας!
Μας τρομάζει όποιος είναι καλύτερος από μας γιατί μας απειλεί.
Μας τρομάζει όποιος είναι χειρότερος απο μας γιατί είναι περιθωριακός.
Μας τρομάζει όποιος είναι φιλόδοξος γιατί θα μας πάρει τη θέση.
Μας τρομάζει όποιος δεν έχει φιλοδοξία γιατί μπορεί να κοστίζει λιγότερο και να μας πάρει τη θέση.
Πότε θα κατάλάβουμε οι άνθρωποι πως η ομορφιά αυτού του πλανήτη είναι η διαφορετικότητα των ανθρώπων μεταξύ τους;
Έχουμε αντιληφθεί πόσο βαρετός θα ήταν ο κόσμος, η κοινωνία, η οικογένειά μας αν είμασταν αντίγραφα ο ένας του άλλου;
Πότε θα αλλάξουμε πια οι άνθρωποι;
Ο φόβος στη διαφορετικότητα δεν αφορά μόνο στις ομάδες μειονοτήτων, αφορά την καθημερινότητα όλων μας.

Μακάρι να κάναμε όλοι ένα βήμα στην ωριμότητα.
Για χάρη των παιδιών μας.

Τετάρτη, 4 Ιανουαρίου 2017

Φωτογραφί-ΖΩ


Λατρεύω τη φωτογραφία.
Είναι για μένα κάτι ανώτερο, πέρα από έκφραση, πάνω από δημιουργία.

Είναι τρόπος ζωής.

Είναι ζωή παράλληλα με τη ζωή.

Η φωτογραφία είναι το όχημα των αναμνήσεων που παραμένει σφριγηλό όσο γερνάμε και παράλληλα ο αγωγιάτης ξένων εμπειριών που εισβάλουν στην καθημερινότητα μας μέσα από τις κιτρινισμένες φωτογραφίες ενός φωτογραφικού λευκώματος ή ενός βιβλίου.
Και όχι μόνο.

Είμαι φωτογράφος.
Δεν είναι τίτλος τιμής ούτε ένδειξη εγωισμού.
Είναι απλά η πραγματικότητα που δεν μπορεί κανείς να μου την απονείμει, την κερδίζω καθημερινά εδώ και χρόνια που επιλέγω να αποτυπώνω την καθημερινότητά μου με εικόνες.
Είναι ο τρόπος μου να εκφράσω το συναίσθημα, να εκθέσω την οπτική που βλέπω τα πράγματα.
Είναι η βαθύτερή μου ανάγκη να εξωτερικεύσω το είναι μου.
Η ανάγκη να επικοινωνήσω τις ανησυχίες, τη χαρά και τη λύπη μου στους ανθρώπους που θα δουν το κάδρο μου.
Η φωτογραφία με βοήθησε στο παρελθόν να ξεπεράσω στιγμές προβληματικές της ζωής μου, εκείνη ήταν που με συντρόφευσε και με εξακολουθεί να με παρηγορεί και να με συντροφεύει όταν νοιώθω μόνος και δεν υπάρχει τρόπος να αλλάξει αυτό.
Δεν φωτογραφίζω μόνο όταν δεν είμαι καλά, όταν νοιώθω άσχημα, όταν περνάω μια άσχημη φάση.
Από το 2003 που αγόρασα την πρώτη μου ψηφιακή compact φωτογραφική μηχανή μέχρι σήμερα που το κινητό μου τραβάει εξαιρετικές φωτογραφίες, η τεχνολογία άλλαξε πολύ.
Ο τρόπος και το συναίσθημα παρέμειναν τα ίδια.

Αντίθετα με τους περισσότερους φωτογράφους που γνωρίζω, λατρεύω να φωτογραφίζω τοπίο, κυρίως αστικό μιάς και είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τα άλλα μεγάλα μου πάθη, την ιστορία, την αρχαιολογία, την λαογραφία και την αρχιτεκτονική.
Κάποιες από τις πιο αγαπημένες μου φωτογραφίες ανήκουν σ’ αυτή την κατηγορία.

 
Στις παλιές γειτονιές του Ηρακλείου


Από τις πιο αγαπημένες μου φωτογραφίες. Οι ανεμόμυλοι του Μεραμπέλλου

Άλλη μια όψη των ανεμόμυλων


Οι αποθήκες της Κνωσού

Το εσωτερικό της πύλης του Αγίου Γεωργίου

Το Φραγκοκάστελλο
Ενετικό λιμάνι Χανίων

Η μονή Φραρώ στη Βουλισμένη Νεάπολης

Από τον ανεμόμυλο μέχρι τον ουρανό!
Ίσως η πιο αγαπημένη μου φωτογραφία!

 
Ρέθυμνο

Ο Κούλες στην Άπτερα

Το φρούριο Καλέ στην Ιεράπετρα

Ο Άγιος Νικόλαος στην Γεωργιούπολη
 
Ξημέρωμα στο ενετικό λιμάνι του Ηρακλείου





 
 
Το φυσικό τοπίο είναι επίσης κάτι που με μαγεύει, μου αρέσει πολύ να φωτογραφίζω το βουνό και τη φτωχή κρητική βλάστηση που βρίσκει κανείς όταν περπατήσει ώρες σε μέρη που δεν φτάνει ανθρώπινο πόδι εύκολα.

 
 
 
 
Ξημέρωμα λίγο πριν την κορυφή του Ψηλορείτη
 
 
Στην κορυφή του Στρούμπουλα
 
Στον Αποσελέμη
 
Στην κορυφή του Ψηλορείτη
 
 
Η Ερημούπολη
 
Πανοραμική φωτογραφία του Κομού με κινητό iPhone 4s
 
Η κορυφή του Στρούμπουλα
 
Το Ηράκλειο από την Κέρη

 
 
 
Τριόπετρα
 
Η Σελένα
 
Το οροπέδιο Λασιθίου και η Αγία Αριάδνη στο οροπέδιο του Νίσημου
 
 


Στους περισσότερους φωτογράφους αρέσει το πορτραίτο. Είναι ένα είδος που, αν και μου αρέσει να το βλέπω στη δουλειά των άλλων, εγώ δεν το κατέχω. Κάποια λίγα πορτραίτα που έχω κάνει δεν μπορώ να πω πως με ξετρελαίνουν. Στο μέλλον ίσως, ποιος ξέρει.

Η Σάντυ στο μοναδικό μου πορτραίτο που μου αρέσει τόσο.
 
Ιδιαίτερη θέση στην καρδιά μου έχουν τέσσερις φωτογραφίες μου που κέρδισαν τον Μάη του 2013 το χάλκινο μετάλλιο στον διαγωνισμό της Ελληνικής Φωτογραφικής Εταιρείας.
Απαρτίζουν ένα θεματικό portfolio με τίτλο «Επιστροφή».
Ήταν η πρώτη και η μόνη φορά μέχρι σήμερα που σκηνοθέτησα φωτογραφία, που διάλεξα το θέμα, τον τόπο, τον τρόπο και την τεχνική που θα γινόταν η φωτογράφιση.
Η πρώτη φορά που μια φωτογραφία την έστηνα με το μυαλό για μέρες ολόκληρες και την τράβηξα όπως ακριβώς είχα σχεδιάσει, μόνο όταν όλα ήταν ακριβώς όπως είχαν μελετηθεί.
Στη συγκεκριμένη φωτογράφιση ήμουν τυχερός που είχα συνταξιδιώτη μια φίλη φωτογράφο που, εκτός από το ρόλο του μοντέλου, συμμετείχε ενεργά στην πραγματοποίηση της φωτογράφισης.
Αν και πολλοί θεώρησαν πως οι φωτογραφίες αυτές είναι αποτέλεσμα ψηφιακής επεξεργασίας, στην πραγματικότητα δεν έχουν ίχνος από αυτήν. Δεν χρησιμοποιήθηκε κανενός είδους εφε, παρά μόνο η δυνατότητες της φωτογραφικής μου μηχανής.
Ήταν η πρώτη και η τελευταία φορά που έστειλα φωτογραφίες μου σε διαγωνισμό.

 




 
Αν μου ζητούσαν να διαλέξω την κορυφαία μου περίοδο σαν φωτογράφος, θα διάλεγα χωρίς δεύτερη σκέψη την διετία 2014-2015.
Τη χρονιά εκείνη ήμουν εισηγητής σε ομάδα της Ελληνικής Φωτογραφικής Εταιρείας Κρήτης με θέμα την πόλη του Ηρακλείου και παράλληλα ανέλαβα την οργάνωση της συμμετοχής της ΕΦΕ Κρήτης στο φεστιβάλ «Αθέατη πόλη» του Συλλόγου Αρχιτεκτόνων του νομού Ηρακλείου.
Η ενασχόλησή μου με την ομάδα εκείνη την περίοδο με ξαναγέννησε, βρήκα την ευκαιρία να μοιραστώ στιγμές με ανθρώπους που αγαπώ, θυμήθηκα τις ρίζες που με οδήγησαν στην φωτογραφία, θυμήθηκα το λόγο που ξεκίνησα να φωτογραφίζω. Δεν διστάζω να πω πως ξαναβρήκα τον εαυτό μου, τον φωτογραφικό και όχι μόνο.

 


Όλα καλά μέχρι εκεί.
Από εκείνο το σημείο και μετά ξεκίνησε η φωτογραφική μου κατηφόρα…
Λοξοδρόμησα.
Έχασα τον χαρακτήρα μου.
Ξέχασα τις ρίζες που με έδεναν με τον φακό
Οι φωτογραφίες μου έπαψαν πια να είναι δικές μου και προσπαθούσα να τραβήξω «κάτι άλλο», πέρα από μένα, μακριά από τον χαρακτήρα και την ματιά μου. Έψαχνα ένα κάδρο που δεν ήταν δικό μου, κάτι που δεν έβλεπα στην πραγματικότητα.
Λανθασμένα έπεσα κι εγώ όπως και τόσοι άλλοι στην παγίδα να προσπαθήσω να κλείσω τη φωτογραφία μου σε καλούπια: «κλασική», «μοντέρνα», «νατουραλιστική», «προχωρημένη» και δεν ξέρω κι εγώ ποιοι άλλοι χαρακτηρισμοί πέρασαν από μπρος μου σε μια προσπάθειά μου να κατατάξω τον εαυτό μου ως «οπαδό» κάποια από όλες αυτές τις κατηγορίες.  Να προσκολληθώ κι εγώ σε κάποια και να αρχίσω να λοιδορώ όσους ανήκουν σε κάποια από τις υπόλοιπες ως αναχρονιστικούς ή ψευτοκουλτουριάρηδες.  Λες και μπορείς να κλείσεις την καρδιά, το συναίσθημα και την έκφραση σε καλούπια! Φευ!
Το μόνο που κατάφερα ήταν να σταματήσω να φωτογραφίζω.
Και να νοιώθω δυστυχισμένος. Απόλυτα.

Πάνω στη στιγμή της απόλυτης απαξίωσης, έφτασε στα χέρια μου το βιβλίο του Sebastiao Salgado “Από τη γη μου στη Γη».

 

Τον φωτογράφο τον ήξερα, από αναφορές περισσότερο στη δουλειά του.
Δεν είχα δει ποτέ φωτογραφίες του.
Αυτό δεν με εμπόδισε να τον λατρέψω μέσα από αυτό το βιβλίο.


Ο Salgado «κατάφερε» μέσα από τις σελίδες του να με ξανασυστήσει με τη φωτογραφία.
Να με επιστρέψει στις ρίζες της.
Να μου θυμήσει πως δεν φωτογραφίζουμε για κάποιο άλλο σκοπό πέρα από τη ζωή, πέρα από την ανάγκη μας να ζήσουμε.
Η φωτογραφία είναι αναπνοή. Αν δεν εισπνεύσεις καθαρό αέρα, δεν έχεις ελπίδα επιβίωσης.
Πώς είναι δυνατόν να φωτογραφίσεις ένα άγριο ζώο αν δεν ζήσεις στο περιβάλλον του;
Πώς είναι δυνατόν να φωτογραφίσεις τους ανθρώπους μιας φυλής ενός πολιτισμού πέρα από αυτόν που αποκαλούμε «δυτικό» αν δεν ζήσεις με τους ανθρώπους της; Αν δεν πιείς το ίδιο νερό με εκείνους, αν δεν μοιραστείς το πιάτο με το φαγητό τους;
Πώς γίνεται να φωτογραφίσεις τη φύση αν δεν την αγαπάς βαθιά κι ειλικρινά;

Η φωτογραφία δεν είναι απλά μια στιγμή όπως όλοι νομίζουμε.
Η φωτογραφία δεν είναι να κλέψεις το πορτραίτο ενός παιδιού που ζητιανεύει για να κερδίσεις ένα βραβείο.
Η φωτογραφία δεν είναι να σηκώσεις το φακό χωρίς να το σκεφτείς και να τραβήξεις θολές φιγούρες νομίζοντας πως κάνεις τέχνη.
Η φωτογραφία δεν είναι να τριγυρίζεις κάθε απόγευμα στο κέντρο μιας πόλης με την φωτογραφική μηχανή στο ύψος του στήθους και το δάχτυλο στο κλείστρο μήπως ξεκλέψεις κάποια τυχαία στιγμή.
«…. Υπήρχε εκεί μια τεράστια χελώνα, τουλάχιστον 200 κιλά από αυτές που έδωσαν τον όνομά τους στο αρχιπέλαγος. Κάθε φορά που την πλησίαζα, η χελώνα απομακρυνόταν. Δεν προχωρούσε γρήγορα ωστόσο ήταν αδύνατον να την φωτογραφίσω. Κάθισα και σκέφτηκα. Είπα στον εαυτό μου: όταν φωτογραφίζω ανθρώπους, δεν εμφανίζομαι ξαφνικά incognito μέσα στην ομάδα, κάθε φορά συστήνομαι. Παρουσιάζομαι στα πρόσωπα, κουβεντιάζω και σιγά-σιγά γνωριζόμαστε. Κατάλαβα πως, κατ’ αναλογία, ο μοναδικός τρόπος να φωτογραφίσω αυτή την χελώνα ήταν να γνωριστούμε, να βρεθώ στο δικό της μήκος κύματος. Μεταμορφώθηκε λοιπόν σε χελώνα: γονάτισα κι άρχισα να έρπω στο ίδιο ύψος με εκείνη, με τις παλάμες και τα γόνατα στο έδαφος. Από εκεί και πέρα η χελώνα δεν αποπειράθηκε ξανά να το σκάσει.
Μόλις εκείνη σταματούσε, εγώ έκανα μια κίνηση προς τα πίσω. Προχώρησε προς το μέρος μου, οπισθοχώρησα. Περίμενα μερικά λεπτά, ύστερα πλησίασα λίγο, αργά. Η χελώνα έκανε ένα ακόμα βήμα προς το μέρος μου, κι εγώ έκανα αμέσως μερικά βήματα προς τα πίσω. Τότε με πλησίασε και, ήρεμη, με άφησε να την κοιτάζω. Τώρα μπορούσα να αρχίσω να τη φωτογραφίζω…»
Αυτό είναι η φωτογραφία.
Κρίμα σε όσους δεν το καταλαβαίνουν γιατί χάνουν το βασικό συστατικό της.

Τη ζωή

Creative Commons License
Οι παραπάνω φωτογραφίες χορηγούνται με άδεια Creative Commons Attribution-NonCommercial-NoDerivs 3.0 Ελλάδα.