Τρίτη, 23 Αυγούστου 2016

Καρδιά από πέτρα...

Η αγάπη βρίσκεται παντού, ακόμα και λίγα μέτρα από την ψηλότερη κορυφή της Κρήτης.


Φτάνει να γυρίσεις το βλέμμα και να την κοιτάξεις!


Creative Commons License
Η παραπάνω φωτογραφία χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution-NonCommercial-NoDerivs 3.0 Ελλάδα.

Σάββατο, 20 Αυγούστου 2016

Το φως είναι δίπλα σου...


Τις τελευταίες μέρες έρχονται στο γυμναστήριο που πηγαίνω δύο κοπέλες, άγνωστες.
Νεαρές σε ηλικία, όμορφες.
Η μία από αυτές είναι τυφλή.
Η άλλη τη συνοδεύει από άσκηση σε άσκηση κρατώντας την αγκαλιά.
Όχι με οίκτο και λύπηση.
Με αγάπη. Με φροντίδα.
Τις κοιτάζω να συζητούν και αναρωτιέμαι, ποιός είναι τυφλός τελικά σ' αυτό τον κόσμο;
Ποιός βλέπει πιο καθαρά από όσο του επιτρέπει η όρασή του;
Το φως δεν είναι μόνο μέσα μας.
Είναι και δίπλα μας, φωλιάζει σ' έναν άνθρωπο που μας νοιάζεται, μας αγαπάει όπως κι αν είμαστε.
Φτάνει να τον βρούμε μέσα στο σκοτάδι που μας σκεπάζει τα μάτια...


Creative Commons License
Η παραπάνω φωτογραφία χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution-NonCommercial-NoDerivs 3.0 Ελλάδα.

Παρασκευή, 19 Αυγούστου 2016

Δύναμη ψυχής.

Την ερχόμενη Κυριακή, αν πάνε όλα καλά, θα ανέβω για μια ακόμα χρονιά στην κορυφή του Ψηλορείτη.
Ο σκοπός φέτος είναι ιερός, θα κάνω τη διαδρομή για χάρη ενός δικού μου ανθρώπου που περνάει μια περιπέτεια με την υγεία του και την αντιμετωπίζει σαν πραγματικό παλικάρι, όπως κάθε δυσκολία στη ζωή του μέχρι σήμερα.
Κοιτούσα τις φωτογραφίες από την περυσινή ανάβαση. Το βλέμμα μου έμεινε σ' αυτές τις δύο.

 Ένα ηλικιωμένο ζευγάρι, πάνω από 80 και οι δύο, με μαγκούρες στα χέρια είχαν μόλις προσκυνήσει και ξεκινούσαν το μονοπάτι για το χωριό, βήμα-βήμα.
Η γυναίκα όταν της ευχήθηκα "και του χρόνου" μου είπε:
"-Μπα παιδί μου, η τελευταία φορά είναι φέτος"
Σκέφτομαι, ποιά δύναμη έσπρωξε αυτούς τους ανθρώπους να κάνουν αυτό που για πολλούς θα φάνταζε ακατόρθωτο; Ποιά σκέψη τους βοήθησε να ανέβουν ένα δύσβατο μονοπάτι για τρείς και πλέον ώρες μέχρι τα 2456 μέτρα;
Μυστήριο η ζωή μας, διάσταση άγνωστη η ψυχή μας... 

Creative Commons License
Οι παραπάνω φωτογραφίες χορηγούνται με άδεια Creative Commons Attribution-NonCommercial-NoDerivs 3.0 Ελλάδα.

Πέμπτη, 18 Αυγούστου 2016

Αγώνας για ζωή....



Η ζωή είναι αγώνας.
Αγώνας να την ζήσεις.
Αγώνας να την κερδίσεις.
Να πιστέψεις σε αυτή.
Να πιστέψουν οι άλλοι σε σένα.
Ο πιο μεγάλος όμως αγώνας στη ζωή, η διαρκής μάχη, είναι να πιστέψει κάποιος στον εαυτό του, στις δυνάμεις και τις ικανότητές του.
Όσο μεγαλώνουμε, ο αγώνας αυτός γίνεται πιο δύσκολος, συνάμα όμως ο στόχος είναι πιο ξεκάθαρος. Η ζωή παίρνει από τα μάτια μας τη ζάλη της νιότης και μας βοηθάει να δούμε τα πράγματα πιο καθαρά, στην πραγματική τους διάσταση. Απαραίτητη προϋπόθεση γι’ αυτό είναι να θέλει κάποιος να δει, δεν φτάνει να περνούν οι εικόνες μπροστά του, και ως από θαύμα, ο δρόμος ανοίγει διάπλατα, έτοιμος να τον περάσεις μπουσουλώντας, περπατώντας ή τρέχοντας.


Χρειάστηκε να φτάσω τα σαράντα μου χρόνια για να βάλω τον εαυτό μου στη διαδικασία να αναρωτηθεί:
«-Πραγματικά, μπορείς να το κάνεις αυτό;»
Η ερώτηση είναι παγίδα γιατί κατά κάποιο τρόπο, είμαι εγωιστής. Δεν επιτρέπω στον εαυτό μου να «μην μπορεί», δεν του επιτρέπω για κανένα λόγο να μην προσπαθεί πάντα για το καλύτερο, για το άριστο. Δεν μπορώ σε καμία περίπτωση να του συγχωρήσω την παραίτηση, την αποτυχία.
Όταν όμως η απάντηση έχει να κάνει με τα πνευματικά όρια και τις σωματικές αντοχές, δεν είναι τόσο εύκολη και προφανής.

Η 7η Αυγούστου ήταν από τις πιο ζεστές μέρες του φετινού καλοκαιριού. Στις δύο το μεσημέρι η θερμοκρασία στο Ηράκλειο ήταν λίγο χαμηλότερη από τους 35 βαθμούς.
Στην αρχή του καλοκαιριού, έκανα κάποιες σκέψεις σχετικά με τους δρομικούς στόχους που θα έβαζα μέχρι το τέλος της χρονιάς.
Στο καλεντάρι με τους αγώνες στην Κρήτη, το μάτι μου κόλλησε στην Κυριακή 7 Αυγούστου, ημέρα διεξαγωγής του Δικταίου Γύρου Οροπεδίου Λασιθίου, μήκους 24 χιλιομέτρων. Η απόσταση εντελώς άγνωστη για μένα, διακαή μου πόθο αποτελούσε ωστόσο να ξεφύγω από τα 5 και 10 χιλιόμετρα που έτρεχα μέχρι τότε. Τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές, νοιώθω πως από εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ο στόχος είχε μέσα μου κλειδώσει, είχα πάρει ήδη απόφαση για την συμμετοχή μου.


Η εκκίνηση του αγώνα ήταν στις πέντε το απόγευμα. Ξεκίνησα με αγωνία. Τα πόδια μου έτρεμαν από τον ενθουσιασμό, τα πρώτα κατηφορικά μέτρα αγωνιζόμουν να κρατήσω τον ρυθμό μου χαμηλά, αμέσως μετά το Αβρακόντε ήταν το πρώτο δύσκολο ανηφορικό κομμάτι της διαδρομής, πριν καν συμπληρωθούν τα πρώτα τρία χιλιόμετρα.
Πέρασα άνετα, ήταν ακόμα πολύ νωρίς για να κουραστώ. Δεξιά κι αριστερά μου κάποιοι περπατούσαν, η ζέστη ήταν αφόρητη, το καπέλο μου ήταν ήδη μούσκεμα από τον ιδρώτα. Στον πρώτο σταθμό ανεφοδιασμού δεν πήρα νερό, ήταν ακόμα πολύ νωρίς. Στο πέμπτο χιλιόμετρο, λίγο μετά την κατηφόρα του Λάσινθος ένοιωσα τον γνώριμο πόνο στο δεξί μου ισχίο. Παρόλο που ήξερα πως κάπου εκεί θα «τον συναντήσω», με έπιασε τρόμος για τη συνέχεια. Ήταν πολύ νωρίς, είχα ακόμα μπροστά μου περίπου είκοσι χιλιόμετρα!
Έφερα στον μυαλό μου τα λόγια της φίλης μου της Κατερίνας (www.kapaworld.gr):
«-Να κουβεντιάζεις με τον πόνο, να μιλάς στο κορμί σου»
Το έκανα. Ξανά και ξανά. Ο πόνος δεν έλεγε να υποχωρήσει.
Απογοητεύτηκα.
«-Κόψε τις μαλακίες, είτε πονάς είτε όχι, εγώ θα τερματίσω.»
Περίπου στο δέκατο χιλιόμετρο λίγο μετά το Μέσα Λασιθάκι, ξεκίνησε η κούραση. Ο πόνος ήταν εκεί, συνέχισα να του κουβεντιάζω αλλά έπαψε να με απασχολεί.
Η φύση τριγύρω συναρπαστική, η Κρήτη σε όλο της το μεγαλείο να με συντροφεύει σε κάθε χιλιόμετρο. Σε κάθε χωριουδάκι που περνούσα, γυναίκες ηλικιωμένες να μου χαμογελούν με καλοσύνη, να μου δίνουν την ευχή τους, χωρικοί στα καφενεία να μου προσφέρουν δροσερό νερό και κουράγιο για τη συνέχεια, τι άλλο να ζητούσα;
Τα χιλιόμετρα περνούσαν. Έδινα στον εαυτό μου κουράγιο.
«-Πάει το 1/8 της διαδρομής»
«-Πάει το ¼ της διαδρομής»
«-Άντε, πάει η μισή διαδρομή!»
Μετά το Τζερμιάδο τα πράγματα δυσκόλεψαν. Περνώντας το 16ο χιλιόμετρο, έτρεχα πλέον σε μονοπάτια άγνωστα για μένα. Ποτέ δεν είχα φτάσει σε τέτοιες αποστάσεις, ποτέ δεν είχα διανοηθεί πως θα μπορούσα να το κάνω. Επιπλέον, μέχρι το επόμενο χωριό με χώριζαν αρκετά χιλιόμετρα και δεν ήξερα αν είχα τη δύναμη να αντέξω χωρίς ανθρώπινη παρουσία τριγύρω.

Έφερνα την εικόνα του τερματισμού στο μυαλό μου, έβλεπα τα παιδιά μου, έβλεπα την Ειρήνη, τον Γιάννη και την Αριστέα να με περιμένουν στο τέρμα και έπαιρνα κουράγιο για κάποια μέτρα. Μετά πάλι το ίδιο, ξανά και ξανά.
Σκεφτόμουν την Κατερίνα που με ένα μήνυμά της μου είχε δώσει κουράγιο πριν την εκκίνηση, σχημάτιζα στο μυαλό μου την εικόνα μετά τον τερματισμό να της στέλνω μήνυμα:
«-Κατερίνα, τερμάτισα, είμαι καλά!»
Πλησίασα στο 20ο χιλιόμετρο και ήμουν ακόμα όρθιος. Ένοιωσα τον θώρακά μου να προσπαθεί να συγκρατήσει την καρδιά στα όριά του κι όμως μπορούσα να τρέχω ακόμη!
Σε κάποια στιγμή, λίγο πριν την ανηφόρα στον Άγιο Χαράλαμπο, με πήραν τα γέλια! Συνειδητοποίησα πως ο πόνος στο ισχίο είχα πάψει εδώ και κάμποση ώρα και δεν το είχα πάρει χαμπάρι!
Είδα την ανηφόρα μπροστά μου και μου κόπηκε η ανάσα. Σταμάτησα το τρέξιμο και άρχισα να περπατάω, ένοιωθα πως τα πόδια μου θα με εγκατέλειπαν και δεν το επιχείρησα καν. Μετά το σταθμό ανεφοδιασμού ξεκίνησα ξανά.
Ήμουν μούσκεμα από ιδρώτα και νερό, είχαν περάσει ήδη πάνω από δύο ώρες που έτρεχα, είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει και ήμουν εξαντλημένος. Το μόνο που ήθελα ήταν να τερματίσω το συντομότερο.
Λίγο πριν την Πλάτη, υπήρχε ένα σημάδι στην άσφαλτο όπου οι διοργανωτές είχαν γράψει με μεγάλα γράμματα «ΗΜΙ». Ένοιωσα τεράστια ικανοποίηση, το ρολόι μου έγραφε 2:37:00 και είχα διανύσει τα 21.097 χιλιόμετρα του Ημιμαραθωνίου!
Κάπου εκεί, ξεκίνησαν τα δύσκολα… Ήμουν εξαντλημένος, μούσκεμα, είχα αρχίσει να νοιώθω το κρύο να με διαπερνά. Τα πόδια μου με κρατούσαν μια χαρά όμως το υπόλοιπο κορμί άρχισε να με εγκαταλείπει.
Στην Πλάτη πέρασα τη γραμμή που έγραφε «1.500 μέτρα». Πήρα κουράγιο, συνέχισα.
Ανηφόρα ξανά, αν ήμουν ξεκούραστος δεν θα την πρόσεχα καν.
Λίγο πριν το Ψυχρό, υπήρχε μία γραμμή που έγραφε «700 μέτρα». Σταμάτησα για λίγο να βρω την ανάσα μου, ήμουν ζαλισμένος. Άκουσα ένα αυτοκίνητο να σταματάει δίπλα μου, ήταν τα παιδιά από τον Ερυθρό Σταυρό, με ρώτησαν αν χρειαζόμουν κάτι. Ζήτησα ένα μπουκάλι νερό για να ξεπλύνω το πρόσωπό μου.
Η κοπέλα στο τιμόνι με φώναξε με το όνομά μου. Ήταν η Κατερίνα, αγαπημένη φίλη από τη δουλειά, εθελόντρια στο Σώμα. Μου χαμογέλασε και μου είπε πως θα ήταν στον τερματισμό!
Μάζεψα όλες μου τις δυνάμεις και συνέχισα.
Σήκωσα το κεφάλι και τερμάτισα, όπως πάντα, ακουμπώντας το βαπτιστικό μου σταυρουδάκι στα χείλη.
Εξαντλημένος μα, πιο ζωντανός από ποτέ!

Ήταν όλοι εκεί και με περίμεναν, η Ειρήνη, ο Γιάννης, η Αριστέα και τα παιδιά μας. Αυτό ήταν το πολυτιμότερο δώρο που μου έχει κάνει κάποιος μέχρι σήμερα. Μακάρι να είχα τον τρόπο να τους πω το πόσο πολύ τους ευχαριστώ όλους.
Που φώναζαν στον τερματισμό λες και είχα τερματίσει πρώτος!
Που έψαχναν να μου βρουν… μπανάνες σε όλο το Ψυχρό!
Που μου κρατούσαν το χέρι όταν καθόμουν εξαντλημένος στο πλακόστρωτο…

Όταν κατάφερα να διώξω από πάνω μου την ένταση του αγώνα, όταν μπόρεσα να βρω  κάποιες από τις δυνάμεις μου, έπιασα το κινητό μου.
«-Κατερίνα, τερμάτισα, είμαι κομμάτια»
«-Ήμουν σίγουρη… κι εσύ ήσουν!»


Είναι καταπληκτικό να υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν σε σένα!