Δευτέρα, 8 Ιανουαρίου 2018

Κρήτη μου....


Ένα βιβλίο που με μάγεψε.
Γραμμένο από μία απόγονο Κρητών μουσουλμάνων που γεννήθηκαν, μεγάλωσαν, έκαναν οικογένεια στα Χανιά των αρχών του 20ου αιώνα κι έφυγαν από το νησί με την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1922 για να εγκατασταθούν στο Κιουτσούκ-Κουγιού της Τουρκίας, σε μια χώρα της οποιάς δεν γνώριζαν την γλώσσα και το μόνο που τους ένωνε με τους κατοίκους της, ήταν το κοινό θρήσκευμα.
Η εξαιρετική πένα της Saba Altynsay μου ξύπνησε μνήμες παιδικές, με γέμισε εικόνες.
Έζησα ξανά στο σπίτι της Γιαγιάς μου, θυμήθηκα τη μυρωδιά του πρωινού ροφήματος που γέμιζε το μικρό της κουζινάκι.
Ένοιωσα την αγκαλιά της τα βράδυα που κοιμόμασταν μαζί. Τη ζεστασιά του οινοπνεύματος από το πανί που μου ακουμπούσε στο στήθος για να μου περάσει ο επίμονος βήχας.
Γεύτηκα ξανά το κακάο με ταχίνι που είχε κάθε πρωί έτοιμο να με περιμένει στον δρόμο μου για το σχολείο τις μέρες πριν το Πάσχα.
Θυμήθηκα τη ζεστή κάμαρα με τις δαντέλες γύρω-γύρω να στολίζουν το κάθε αντικείμενο, τις νυφικές και τις σχολικές φωτογραφίες που στόλιζαν τους τοίχους. Την παλιά ντουλάπα με τον καθρέπτη, το νυφικό της κρεβάτι.... εκεί που την είδα για τελευταία φορά, να αγωνίζεται να κρατήσει τα μάτια της ανοικτά για να προλάβει να τελειώσει την τελευταία της δαντέλα πριν τα κλείσει για πάντα.
Έφερα στο μυαλό μου τον παππού, φιγούρα χαρακτηριστική, με τα κατάμαυρα μέχρι τα βαθιά γεράματα μαλλιά του και το μουστάκι του που το περιποιόταν με προσοχή σχεδόν κάθε πρωί για να κόβει μία-μία τις άσπρες τρίχες. Λιμενεργάτης, άνθρωπος χορτασμένος από τη ζωή, εραστής της καλοπέρασης και του φρέσκου ψαριού.
Όποτε με συναντούσε είχε έναν χαρακτηριστικό τρόπο να μου δείχνει την αγάπη του. Μου έλεγε "- Μαράκο, έλα να φιλήσω το φαφαλιό σου!" και με φιλούσε στοργικά στην κορυφή του κεφαλιού μου!
Η γιαγιά γεννήθηκε στην Σμύρνη το 1921. Ήρθε στην Κρήτη το 1922 με την ανταλλαγή των πληθυσμών.
Ο παππούς γεννήθηκε στην Ιεράπετρα το 1913. Μεγάλωσε σε γειτονιά ό,που συνυπήρχαν χριστιανοί και μουσουλμάνοι.
Η γιαγιά δεν θυμόταν την καταστροφή, δεν θυμόταν τους γονιούς της να αφήνουν όλο τους το βιος πίσω κυνηγημένοι για να βρεθούν από νοικοκυραίοι, πρόσφυγες και επαίτες στην Κρήτη.
Θυμόταν που οι ντόπιοι εδώ τους αποκαλούσαν "τούρκους" μιάς και οι περισσότεροι ελάχιστα ελληνικά γνώριζαν, είναι χαρακτηριστικό πως η αγαπημένη της "βρισιά" ήταν "Maşallah γαϊδούρι", ειρωνικό... μπράβο σε μικτά ελληνο-τουρκικά!
Ο παππούς θυμόταν "τα τουρκάκια", τα φιλαράκια του στην Ιεράπετρα, τα παιδιά που μεγάλωσαν μαζί και κρύβονταν κάτω από τεντζερέδες και μαυροτσούκαλα όταν γινόταν ταραχές μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων τα ταραγμένα εκείνα χρόνια. Δεν ήθελε να μιλάει ποτέ γι' αυτά. Ήταν φανερό το αγκάθι στην ψυχή του.

Διαβάζοντας το βιβλίο της Altynsay ένοιωσα να γίνομαι ένα με τους χαρακτήρες της, είδα τις διαχωριστικές γραμμές να πέφτουν με μιάς, είδα παππούδες και γιαγιάδες και γονείς να γίνονται μια οικογένεια, ο τόπος κοινός, η λαλιά η ίδια, η αγάπη μοιρασμένη.
Τί κι αν το θρήσκευμα διαφέρει; Αναρωτιέμαι πόσο μετράει τελικά...

"... Και η Φατμά και ο Ιμπραήμ είχαν σκεπάσει τα πρόσωπα και κοίταζαν να φυλαχτούν από την καταιγίδα. Όλοι άλλωστε έκαναν το ίδιο. Ακόμα και τα παιδιά.
-Μαμά, τώρα θα βλέπω όνειρα στα τούρκικα;"

Τα παιδικά όνειρα δεν έχουν διάλεκτο....