I photograph to convince myself that I am alive... not to convince others that this is the right way to live...
Κυριακή 11 Αυγούστου 2024
Ήρωας... (Με αφορμή ένα podcast...)
Πέμπτη 25 Ιουλίου 2024
Θέλω να μείνω μόνος... (Απώλεια: 29 χρόνια μετά...)
Αρχή καλοκαιριού ήταν, κοντά στο τέλος της η σχολική χρονιά. Κάναμε κοπάνα με τον Θάνο και πήγαμε για μπάνιο στην Αμνισό. Απογευματινοί ήμασταν, πού όρεξη για μάθημα μέσα στη ζέστη, τα μαθήματα τα είχαμε σχεδόν περάσει, εξετάσεις ξεκινούσαν και κουτσά-στραβά θα την μπαλώναμε πάλι. Οι υπόλοιποι δηλαδή θα την μπαλώνανε γιατί εγώ την είχα ήδη μπαλωμένη, μια "ντροπή" που προσπαθούσα επιμελώς να κρύψω για να μην μου βγει η ρετσινιά του "φύτουκλα", του "ρουφιάνου" και όλων εκείνων των υποκοριστικών που ακολουθούσαν τους μαθητές που εν πάσει περιπτώσει, τα κατάφερναν καλύτερα από τους υπόλοιπους στο σχολείο μου, το 3ο ΤΕΛ Ηρακλείου.
Η παραλία στην Αμνισό δεν ήταν όπως είναι σήμερα, δεν ήταν οργανωμένη, δεν είχε ομπρέλες και καθίσματα, έπαιρνες μια πετσέτα και την παρέα σου και τα είχες όλα. Μια ταβέρνα ήταν πάνω στο κύμα που λειτουργούσε μόνο το κατακαλόκαιρο και άνοιγε τα απογεύματα, "τρυπητούς" καφέδες και ένα μπουκάλι εμφιαλωμένο νερό παίρναμε, τσιγάρα, άντε και κανένα κρουασάν αν μας έφταναν τα λεφτά μας και καθόμασταν μέχρι να μας τελειώσει η όρεξη, κανείς δεν μας αναζητούσε, τα κινητά ήταν τόσο σπάνιο είδος όσο είναι η ηρεμία σήμερα.
Καθώς αφήναμε τη μηχανή του Θάνου δίπλα στην άμμο, είδαμε τον Λευτέρη να παρκάρει καμιά δεκαριά μέτρα πιο πέρα. Για την ακρίβεια, δεν το είδαμε. Τον ακούσαμε. Έχω ξαναγράψει ότι η Yamaha του Λευτέρη ήταν αδύνατον να περάσει απαρατήρητη! Η εξάτμισή της δεν είχε κανένα από τα διαφράγματά της και από ό,που περνούσε τα κεφάλια γύριζαν, οι πιο ηλικιωμένοι τον έβριζαν, οι πιτσιρικάδες τον κοιτούσαν με θαυμασμό! Κατέβηκε από την μηχανή, φορούσε τζην και λευκό μπλουζάκι, περπατούσε προς τη θάλασσα. Ο Θάνος μου έκανε νόημα να μην του μιλήσω για να του κάνουμε έκπληξη.
Τον πλησιάσαμε, κάτι του είπε ο Θάνος, γύρισε μας κοίταξε και μας χαιρέτισε. Κάτι, κάτι είχε το βλέμμα του, δεν ήταν σαν τις άλλες φορές, δεν χαμογελούσε, δεν έκανε πλάκα, απλά έμεινε με το μαγιό και μπήκε στη θάλασσα. Τον ακολουθήσαμε.
Δεν έμαθα ποτέ τί τον απασχολούσε εκείνο το απόγευμα, ένα χρόνο πριν την κακιά την ώρα ήταν πάντως.
Μόνο, όταν μείναμε οι δυο μας για λίγες στιγμές καθώς ο Θάνος είχε μπει ξανά στο νερό, στράφηκε και μου είπε, σαν σε τόνο παραπονιάρικο.
"-Δεν μπορώ να μείνω μόνος ρε φίλε, ό,που κι αν πάω κάποιος με ακολουθεί..."
Ένοιωσα άσχημα.
Το κατάλαβε.
"-Δεν το λέω για σένα ρε φίλε. Δεν το λέω για σας..."
Ο Λευτέρης όντως δεν μπορούσε να μείνει μόνος, δεν τον άφηναν να μείνει μόνος. Ήταν τόσο αγαπητός, τόσο εξωστρεφής που ό,που κι αν βρισκόταν γύρω του μαζευόταν κόσμος, σαν ένας όχλος λες, κλοιός που δεν του άφηνε ανάσα κι όμως δεν το έδειξε ποτέ, παρά μόνο εκείνο το απόγευμα.
Και όντως δεν το είπε για μένα, δεν το είπε για μας. Εμένα με αγαπούσε όπως αγαπούσε και τον Θάνο, τον Γιώργο, τον Βαγγέλη και τον Μήτσο, για αυτό έμεινε δίπλα μας μέχρι την κακιά την ώρα, ενώ θα μπορούσε να είναι με οποιονδήποτε άλλο άνθρωπο στον κόσμο.
Θυμάμαι είχαν έρθει όλοι ένα βράδυ στο σπίτι μου, σπάνιο για μένα να έχω φίλους στο πατρικό μου. Οι γονείς μου δεν άφηναν περιθώριο για συναναστροφές, αυτός ήταν και ο λόγος που όταν "πάτησα" στα πόδια μου, δεν ξαναπάτησα στο πατρικό μου σπίτι.
Είχαν έρθει όλοι λοιπόν, χειμώνας ήταν, σταμάτησαν όλα τα μηχανάκια απέξω και χωθήκαμε στο παλιό σαλόνι. Οι γονείς μου συμπαθούσαν μόνο τον Γιώργο, εξαιτίας της γνωριμίας του πατέρα μου με την μαμά του, για τους άλλους ούτε λόγος, με μισό μάτι τους κοιτούσαν, μόνο τον Θάνο υπέμεναν κι αυτό επειδή τους τον είχα επιβάλλει με τον τρόπο μου.
Όση ώρα καθόμασταν και σαχλαμαρίζαμε, η μάνα μου έμπαινε κι έβγαινε, φοβόταν μην τυχόν και συμβεί κάτι, ο,τιδήποτε και ξεφύγει της αντίληψής της! Η ανάσα μας κοβόταν όταν άνοιγε ο πόρτα, ούτε λόγος για τσιγάρο και ποτό, κέρβερος στεκόταν η κυρα Φωτεινή πίσω από την πόρτα.
Μόνο ο Λευτέρης. Μόνο εκείνος την κοιτούσε με θάρρος, μόνο εκείνος δεν χαμήλωνε το βλέμμα του όταν εκείνη προσπαθούσε να επιβάλλει την παρουσία της στον χώρο και τις ζωές μας.
Θάρρος το λέω εγώ, θράσος το ονόμαζε εκείνη. Δεν ήθελε ούτε στα μάτια της να τον βλέπει, μου το είπε κατάμουτρα εκείνο το απόγευμα.
Την άκουσε κι εκείνος, ήθελε να την ακούσει κι εκείνος ώστε να ντραπεί και να απομακρυνθεί. Την ήξερα καλά τη μάνα μου από τότε.
"-Μην την παρεξηγείς ρε. Κανένας γονιός δεν με θέλει, νομίζουν ότι είμαι αλήτης και δεν θέλουν να κάνω παρέα με τα παιδιά τους. Μην παρεξηγείς, εμένα πλέον δεν με νοιάζει."
Από εκείνο το απόγευμα, τον αγάπησα ακόμα περισσότερο. Τον θαύμασα πιο πολύ γιατί ενώ θα μπορούσε να αντιδράσει ακραία, δεν το έκανε. Ούτε το βλέμμα χαμήλωσε, ούτε είπε κάτι άσχημο για την γαϊδουρινή συμπεριφορά της μάνας μου.
Απλά, σταμάτησε να έρχεται στο σπίτι μου και δεν το έκανε για εκείνη. Για μένα το έκανε, για να μην έρχομαι σε δύσκολη θέση.
Μαζί του βέβαια σταμάτησαν να έρχονται και όλοι οι υπόλοιποι, αυτή ήταν η τιμή της παρέας του 3ου, αν δεν χωρούσε ένας, δεν χωρούσε κανένας!
Αυτή ήταν η παρέα μου, πολλά πολλά χρόνια πριν.
Μπορεί να μην ήμασταν κάθε μέρα μαζί, αλλά μας κρατούσε ένα μοναδικό δέσιμο που κρατάει μέχρι σήμερα.
Κι ας πέρασαν 29 ολόκληρα χρόνια....
Κι ας έφυγαν νωρίς οι περισσότεροι...
Αδέρφια μου.
Δεν σας ξεχνώ ποτέ.
Ο χρόνος για μένα σταμάτησε στις 25 Ιουλίου του 1995, τότε που η κακιά η ώρα σας πήρε μακριά μου...
Μου λείπετε κάθε μέρα.
Θα ανταμώσουμε ξανά και τότε κανείς δεν πρόκειται να μας χωρίσει!
Όλη η παρέα σ' ένα πάρτι μαγικό!!!
https://psihotherapia.blogspot.com/2022/07/blog-post_26.html
https://psihotherapia.blogspot.com/2017/07/22.html
https://psihotherapia.blogspot.com/2016/07/blog-post_28.html
Δευτέρα 10 Ιουνίου 2024
Την έλεγαν Βασιλική και ήταν 11 χρονών...
Την σκότωσε ο θείος της, σεσημασμένος παιδοβιαστής, καταδικασμένος για βιασμό ανηλίκου σε 9ετή κάθειρξη από το 2017.
Το ποινικό μας σύστημα τον απελευθέρωσε με μόνη του υποχρέωση να παρουσιάζεται στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής του.
Μια μέρα μετά τις Ευρωεκλογές, αναρωτιέμαι τί θα πρέπει να σκεφτώ για το υποτιθέμενο κράτος που ζω.
Τα λόγια έχουν στερέψει, αναρωτιέμαι αν ακόμα και οι πράξεις είναι πλέον αρκετές για να γίνει αυτή η μη-χώρα, κατοικήσιμη για τις επόμενες γενιές.
Για τα παιδιά μας...
Πέμπτη 18 Απριλίου 2024
Ξεθώριασαν... (Φεύγουν και χάνονται οι άνθρωποι φιλαράκι...)
Ξεθωριάζουν και φεύγουν και
χάνονται οι άνθρωποι φιλαράκι, όχι γιατί
πεθαίνουν, αλλά γιατί επιλέγουν να
χαθούν.
Επιλέγουν
να σε βάλουν στο περιθώριο, δεν τους
κάνεις πια, πώς το λένε, δεν ταιριάζεις
με τα “πρέπει”, τα “θέλω”, τα μέτρα
και τα σταθμά τους.
Μην
τους κακιώνεις, να τους ευγνωμονείς θα
πρέπει που σου έδειξαν στην δύσκολη
στιγμή ποιοι πραγματικά ήταν, πόσο λίγο σε υπολόγισαν, πόσο λίγο νοιάστηκαν
για σένα, τόσο που η αγάπη τους δεν έφτασε
ούτε για ένα απλό τηλεφώνημα, ένα μήνυμα
απλό “Πού είσαι;”, “Τί κάνεις;”, “Έχεις
ανάγκη;”, “Υπάρχεις;”, “Ζεις;”,
“Πέθανες;”.
Μην
απογοητεύεσαι.
Τους
φίλους τους διαλέγεις, έρχονται και
φεύγουν, άλλους τους βγάζεις στην άκρη
γιατί σκάρτεψαν κι ας μεγαλώσατε μαζί,
κι ας παίξατε τα ίδια παιχνίδια, κι ας
μοιραστήκατε τσιγάρα και μηχανάκια και
γκόμενες, κι ας κλάψατε μαζί έξω από την
μπούκα του καραβιού που τους πήρε φαντάρους. Κι ας έψαχνες τα κέρματα στην
τσέπη σου για να πληρώσεις τη δόση από
το ρολόι που αγόρασες για να τους
υποστηρίξεις με όση δύναμη είχες όταν
άνοιξαν μαγαζί.
Τους
συγγενείς τους στέλνει η συγκυρία, μια
στιγμή και έγινε “το κακό”, γεννήθηκες
δίπλα στον αδιάφορο, τον μοιχό που το
παίζει οικογενειάρχης, τον σαχλαμάρα
που δεν ανέχεται τα αστεία σου κι ας
αστειεύεται με τα πάντα, αυτόν που κάποτε
το έπαιζε αθλητής και κοιτώντας τα
περιττά σου κιλά αντί να σε βάλει στο
τριπάκι να σύρεις τα πόδια σου μπας και
γλιτώσεις της χοληστερίνη και το ζάχαρο
που κουβαλάς από τον παππού, μπας και
σωθείς από το καρδιακό που πήρε τη γιαγιά
μακριά εκείνο τον Δεκέμβρη τον καταραμένο,
αντί να σε δει σαν άνθρωπο, σε άφησε να
σέρνεσαι βήμα βήμα προς το τέλος, το
μοιραίο, χωρίς να σε πάρει από το χέρι
να σου δείξει το καλύτερο, αυτό που δεν
μπόρεσε ποτέ εκείνος να γίνει.
“Το
μοιραίο”… Ωραία φράση όμως ε;
Αυτός
ο ίδιος είναι που σε δίκασε επειδή
αρνήθηκες “το μοιραίο” και αντί να
κρύβεσαι πίσω από τις λέξεις και τις
καταστάσεις, αποφάσισες να υψώσεις
ανάστημα και να ζήσεις, αυτός που ζει
τη μισή του ζωή κοιτώντας κάτω από τις
φούστες κοριτσιών στα καφενεία και στα
“μπαρ” ρωτώντας τον προαγωγό “πώς θα
γίνει να την γαμήσουμε αυτήν”, αυτός ο
ίδιος σε “δίκασε” που επέλεξες να είσαι
καθαρός κι ας πονέσεις, που διάλεξες να
δείξεις στα παιδιά σου ότι υπάρχει και
ο άλλος δρόμος, αυτός της ξεκάθαρης
επιλογής, χωρίς υπονοούμενα, χωρίς
υποσημειώσεις, χωρίς να μπλέκονται στη
ζωή σου ζωές άλλων, εξίσου καταθλιπτικών
ανθρώπων που η αναπνοή τους δεν περισσεύει
αλλά δεν το έχουν καταλάβει…
Σκληρά
τα λόγια μου, ε;
Δεν
με έχεις συνηθίσει έτσι φιλαράκι, αλλά
να σου πώ κάτι;
Η
αντιμετώπισή κάτι τέτοιων “συγγενών
και φίλων” με έκανε έτσι, με έκανε
σκληρό.
Να
σου πώ και κάτι άλλο;
Καλύτερα.
Καλύτερα
που ήρθαν έτσι τα πράγματα.
Καλύτερα
που κατάλαβες τώρα με τί ανθρώπους είχες
να κάνεις στη ζωή σου.
Καλύτερα
που καθάρισες με τους σιχαμένους και
πλέον, λευκό χαρτί ο περίγυρός σου και
προχωράς μπροστά.
Δες
το αλλιώς.
Περνάνε
τα χρόνια.
Αλλάζουμε.
Οφείλουμε να αλλάζουμε καθημερινά, για
μας, για τα παιδιά μας, για τους πραγματικούς
μας φίλους που θα είναι πάντα εκεί, όχι
κοιτώντας μας στην τσέπη αλλά στην
καρδιά. Για αυτούς και για τους συγγενείς
που σηκώνουν το τηλέφωνο για να ακούσουν
ένα τυπικό “Καλά” στην απάντηση “Τί
κάνεις” που τελικά κάθε άλλο παρά
προφανής είναι.
Κοίτα
μπροστά σου.
Έχεις
τα χρώματα, έχεις τα πινέλα, ζωγράφισε
την Παράδεισο και μπες μέσα.*
Αν ζωγραφίσεις την κόλαση, δικό σου το
λάθος, δική σου και η επιλογή!**
*Νίκου
Καζαντζάκη: Ο Χριστός ξανασταυρώνεται.
**Buscaglia
Leo: Να ζείς, να αγαπάς, να
μαθαίνεις.
Τετάρτη 3 Απριλίου 2024
Οργή και μόνο... Πόσος θάνατος ακόμα περιμένει τις γυναίκες αυτού του κόσμου;
Δεν έχω να γράψω τίποτε.
Δεν υπάρχουν λόγια.
Διαβάζω ότι μια γυναίκα δολοφονήθηκε 100 μέτρα από ένα αστυνομικό τμήμα.
Εξοργίζομαι και ντρέπομαι, τί άλλο μπορώ να κάνω;
Παρασκευή 29 Μαρτίου 2024
Φωτιζόμενα αλλά όχι φωτισμένα πρόσωπα... (στον ηλεκτρικό σιδηρόδρομο...)
Ένα από τα πράγματα που μου έκαναν εντύπωση όταν βρισκόμουν στην Αθήνα, ήταν ότι οι περισσότεροι άνθρωποι στον ηλεκτρικό σιδηρόδρομο και στο μετρό, κρατούσαν ένα βιβλίο και διάβαζαν κατά τη διάρκεια της διαδρομής τους!
Τους θαύμαζα έτσι όπως ήταν απορροφημένοι, στον κόσμο τους με όλους τους θορύβους, τη βοή του πλήθους που γέμιζε ασφυκτικά τα βαγόνια να μένει έξω από το κεφάλι τους που ταξίδευε παράλληλα με τον συρμό σε, άλλοτε "εύκολα" και άλλοτε "δύσκολα" αναγνώσματα!
Κοιτούσα με εξεταστική ματιά όλους αυτούς τους θαυμαστούς επιβάτες του τρένου για να καταλάβω τί διάβαζαν, μάλιστα κάποιες φορές που η μία στάση με την άλλη ήταν μακριά και δεν υπήρχαν σύντομες ανακατατάξεις στα καθίσματα, έμπαινα στη διαδικασία να συγκρίνω τα αναγνώσματα με τα πρόσωπα, να προσπαθώ να μαντεύω προσωπικότητες, έπλαθα με το νου μου ιστορίες για βιβλιοθήκες σε δωμάτια παιδικά και νεανικά ή ακόμα και σε "βαριά" παλαιϊνά γραφεία από εκείνα που δίπλα στη λογοτεχνία φιλοξενούν ακόμα τις παλιές δερματόδετες εκδόσεις του "Ελευθερουδάκη" και του "Παπαρηγόπουλου"!
Κι όμως....
Παρόλο που δεν μου αρέσει να καταριέμαι καμία εποχή, καμία τεχνολογική εξέλιξη, η πραγματικότητα είναι ότι πλέον και μάλιστα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, η εικόνα αυτή άλλαξε, μεταβλήθηκε, πέρασε σε άλλο επίπεδο...
Στο τελευταίο μου ταξίδι παρατήρησα ότι πλέον κανείς δεν διαβάζει έντυπα στα βαγόνια, όλοι οι επιβάτες κρατάνε ένα κινητό τηλέφωνο και καρφώνουν σιωπηλοί το βλέμμα τους στην μικροσκοπική οθόνη μέχρι την επόμενη στάση, παρακολουθώντας βίντεο, ταινίες και σειρές της τηλεόρασης και παίζοντας παιχνίδια...
Πλέον οι επιβάτες άφησαν το όνειρο στο σπίτι και ταξιδεύουν μουγγοί με τα αυτιά τους ερμητικά κλειστά από τα ακουστικά που είναι συνδεδεμένα με τη συσκευή τους, ξέχωροι από το περιβάλλον, από τη βουή που πλέον δεν υπάρχει αφού όλοι σιωπηλοί παρακολουθούν ό,τι τους δίνει η οθόνη, ξέχωροι όχι ονειροπολώντας όπως παλιά, αλλά με τρόπο τεχνικό, με μια οχλαγωγία σύγχρονης μορφής που θαρρούν ότι τάχα τους ψυχαγωγεί...
Θλίψη.
Μόνο θλίψη και απογοήτευση.
Πόσο λυπάμαι αυτούς που χάνουν το νόημα του ταξιδιού με αυτό τον τρόπο...
Πόσο θλίβομαι για λογαριασμό τους που ο Παράδεισός τους δεν θα έχει βιβλιοθήκες αλλά οθόνες...
Σάββατο 9 Μαρτίου 2024
Το φαράγγι των Μύλων (και οι Μύλοι της καρδιάς μου...)
Επτά χιλιόμετρα νότια του Ρεθύμνου, στο δρόμο για το Χρωμοναστήρι, βρίσκεται το φαράγγι των Μύλων. Μέσα στο φαράγγι βρίσκονται καλοδιατηρημένα τα ερείπια δύο μεσαιωνικών οικισμών, των Πάνω και Κάτω Μύλων.
Οι δύο οικισμοί έχουν με το ΦΕΚΔ 728/1995 χαρακτηριστεί ως παραδοσιακοί μέσης πολιτιστικής αξίας. Η πρώτη αναφορά για την ύπαρξη τους γίνεται σε νοταριανό έγγραφο του 1643 που αφορά στην ενοικίαση ενός νερόμυλου.
Το 1963 το Υπουργείο Κοινωνικών Υπηρεσιών μετά από έκθεση γεωλόγου που έκρινε το φαράγγι επικίνδυνο για τους κατοίκους εξαιτίας των συχνών κατολισθήσεων, αποφάσισε την μεταφορά των οικισμών στην περιοχή "Φραχτό" που απαλλοτριώθηκε για τον σκοπό αυτό. Το 1972 ολοκληρώθηκε η κατασκευή είκοσι κατοικιών σε οικόπεδα που παραχωρήθηκαν σε ισάριθμες οικογένειες, δόθηκαν πιστώσεις στους ιδιοκτήτες για την κατασκευή υποδομών και οι δύο οικισμοί εγκαταλείφθηκαν υποχρεωτικά και οριστικά.
Τα σημάδια της κατοίκησης είναι παραπάνω από εμφανή στους Άνω και Κάτω Μύλους, υπάρχουν δεκάδες εγκαταλελλειμένα αλλά καλοδιατηρημένα χαλάσματα που δείχνουν σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο ζωής των κατοίκων, λες και δεν πέρασε μια μέρα.
Βιομηχανικά υπολείμματα, νερόμυλοι, ένα γκρεμισμένο ελαιουργείο και σπίτια αρχοντικά, διώροφα με ξύλινος οντάδες και μεταλλικά κρεβάτια, δείγματα ζωής καθημερινής, μέσα στην φύση και σε απόλυτη αρμονία με αυτήν.
Ειρωνικό το γεγονός ότι τη μόνη πραγματική ένδειξη ζωής τη δίνει το κοιμητήριο των Πέντε Παρθένων με την ταφή ενός δεκαεπτάχρονου κοριτσιού που ποιος ξέρει τί την πήρα από αυτό τον κόσμο.
Τους λάτρεψα τους Μύλους. Κάτι με δένει από εκείνη τη μέρα μαζί τους.
Θα επιστρέψω...







