Παρασκευή 22 Απριλίου 2022

Η ανάμνηση....

 


Κυριακή μεσημέρι.

Ο κόσμος ησυχάζει, η μάνα δεν κάνει δουλειές σήμερα, ο πατέρας, επιτέλους, περνάει τη μέρα στο σπίτι, μακριά από εργαλεία, σίδερα, βίδες, αλουμίνιο.

Μελαγχολική μέρα.

Ο ουρανος παρόλο που δεν κάνει κρύο, είναι μουντός λες κι έρχεται βροχή, η υγρασία στην ατμόσφαιρα αγγίζει το πρόσωπo.

Κι έπειτα, αύριο είναι μέρα σχολείου... Χρειάζεται κάτι περισσότερο ένα παιδί δέκα ετών για να μελαγχολήσει;

Η Κυριακή για τους περισσότερους είναι συνυφασμένη με τη βόλτα, τον περίπατο, το ταξίδι, για τον παιδικό μου εαυτό δεν ήταν έτσι τα πράγματα. Αυτά που έχω να θυμάμαι είναι οι ατέλειωτες ώρες που περνούσα στο σπίτι, η απραξία, ενώ με κάθε βεβαιότητα μπορώ να πω ότι οι πιο ευτυχισμένες μου στιγμές ήταν όταν η ΕΡΤ πρόβαλε την "Χιλιοποδαρούσα" του Πιλάβιου ή εκείνες που περνούσαμε τα κυριακάτικα απογεύματά μας με τον αδερφο μου τον Πέτρο στο Κέντρο Νεότητας του Αγίου Τίτου, αυτή όμως είναι μια εντελώς διαφορετική ιστορία που ίσως βρει τον χώρο της εδώ κάποια στιγμή στο μέλλον.

Εκείνο το απόγευμα ήταν διαφορετικό. Το σπίτι δεν με χωρούσε, τα αδέρφια είχα μοιραστεί σε φίλους και συγγενείς, κανένας θείος/ξάδερφος/ανιψιός δεν παντρευόταν οπότε κανείς δεν θα με ανάγκαζε να φορέσω το "καλό" μου πλην μάλλινο παντελόνι που μου τσιμπούσε τα πόδια και σιχαινόμουν να με αγγίζει, αυτό που για να το ανεχτώ η μάνα μου άδειαζε ένα κουτί τάλκ στα μπατζάκια.

"-Μπαμπά, εκδρομή!"

Βλέμμα χαμογελαστό και παιχνιδιάρικο, έφερε χαμόγελο, μπήκαμε στο Datsun και απομακρυνθήκαμε.

Για τα παιδικά μου μάτια σχεδόν αγγίξαμε την άκρη του κόσμου κι ας φτάσαμε όχι πιο μακριά από την παραλία του Φόδελε, λίγα χιλιόμετρα από το Ηράκλειο.

Βλέπεις, τις αποστάσεις τότε τις μετρούσαμε με την ποσότητα των εικόνων που μαζεύαμε στη διαδρομή κι όχι με τα χιλιόμετρα.

Καθήσαμε στο καφενείο δίπλα στο βενζινάδικο της εθνικής οδού ένα βήμα από την παραλία, μέσα ο καφετζής-βενζινοπώλης που μπαινόβγαινε για να εξυπηρετήσει και τις δύο του ιδιότητες και πολλά παιδιά της ηλικίας μου και μικρότερα που έπαιζαν κυνηγητό και προκαλούσαν μια γλυκειά ανησυχία που μυρίζει νιάτα και ξεγνοιασιά.

Όχι, δεν έγινα ποτέ φίλος με την παρέα των παιδιών, δεν θυμάμαι ούτε τα πρόσωπα ούτε τα ονόματά τους.

Το μόνο που θυμάμαι είναι η εικόνας της θάλασσας μέσα από την τζαμαρία του καφενείου.

Μουντή μα και πανέμορφη.

Γαλήνια μα και απόμακρη.

Γεμάτη αντιθέσεις.

Όπως η ζωή μας....

Τρίτη 8 Μαρτίου 2022

Γυναίκα...


Πέρασα τυχαία τις προάλλες από το γηροκομείο στον Άγιο Ιωάννη Κνωσού.

Τράβηξε το βλέμμα μου μια κοπέλα που στεκόταν κολλημένη στα κάγκελα, ήταν κατηφής, μαυροφορεμένη.

Πίσω από τον φράχτη στεκόταν μια ηλικιωμένη γυναίκα με κάτασπρα μαλλιά, χαμογελαστή, πανέμορφη. Έδειχνε τόσο ευτυχισμένη!

Τόσο συναίσθημα σε μια εικόνα!

Λες και άκουγα τον διάλογο κι ας ήμουν μακριά.

"-Μάνα, αν χρειαστείς κάτι πες μου να στο φέρω!

-Μην ανησυχείς παιδί μου, μια χαρά είμαι εδώ, έχω παρέα, κουβεντιάζουμε, βλέπουμε το Σασμό, περνάμε καλά, μας προσέχουν!"

Αυτές οι δύο γυναίκες είναι οι μανάδες και οι κόρες όλων μας.

Είναι η προσωποποίηση της σημερινής μέρας!

Είναι η ψυχή, είναι η δύναμη, είναι το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον μας!

Είναι η ίδια η ζωή!



Τρίτη 15 Φεβρουαρίου 2022

Παγκόσμια ημέρα κατά του παιδικού καρκίνου


 Ήμουν στην Πεμπτη δημοτικού, πολλά χρόνια πριν, στην ηλικία που είναι σήμερα η κόρη μου.

Το σχολείο μου πήγαινα δεν είχε αυλή, ήταν ένα παλιό σπίτι που η αυλή του είχε μετατραπεί σε μάντρα οικοδομικών υλικών και αναγκαζόμασταν να κάνουμε το διάλειμμά μας στον δρόμο.

Γινόμασταν όλα τα παιδιά ένα κουβάρι, δεν υπήρχε διαχωρισμός, ήταν απλά τα πράγματα τότε, το μόνο που μας χώριζε ήταν οι ομάδες του ποδοσφαίρου, τότε που η διαφορετική προτίμηση που είχε ο καθένας γινόταν αφορμή κάθε Δευτέρα μετά το μάτς να μαλώνουμε, να ερχόμαστε στα χέρια, να παίζουμε ξύλο! Την Τρίτη όμως ήμασταν πάλι όλοι μαζί, δεμένοι, αγαπημένοι... Όλοι ξανά μια παρέα.

Θυμάμαι λοιπόν στην Πέμπτη δημοτικού, για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, συναντούσαμε κάθε μέρα στο δεύτερο διάλειμμα, την ίδια γυναίκα που "κυνηγούσε" στο δρόμο το ίδιο κοριτσάκι κάθε φορά με ένα τάπερ στο χέρι για να το ταΐσει ένα αβγό.

Γελούσαμε, την κοροϊδεύαμε, μας φαινόταν τόσο παράξενο, μα είναι δυνατόν, αβγό στο διάλειμμα; Ήταν τόσο αστείο! Τα παιδιά είναι σκληροί κριτές, ψάχνουν το διαφορετικό στην καθημερινότητα και όταν το βρουν, το κρίνουν ανελέητα.

Έτσι κι εμείς.

Δεν θα ξεχάσω όσο ζω το βλέμμα με το οποίο με κοίταξε εκείνη η μάνα, μία φορά που τα μάτια μας διασταυρώθηκαν ενώ εκείνη τάιζε κι εγώ γελούσα. Δεν ήταν οργισμένο. Ήταν γεμάτο πόνο και απόγνωση....

Κοίταξα το κορίτσι, δευτέρα ή τρίτη δημοτικού πρέπει να ήταν. Ήταν αγέλαστο, ένοιωθε άσχημα από το βλέμματα που την κοιτούσαν, όμως υπέμενε χωρίς να διαμαρτύρεται.

Κι έπειτα, είχε κάτι παράξενο πάνω του, ήταν χλωμό και τα μαλλιά του, σαν κάτι να μην ταίριαζε...

Δεν το κορόιδεψα ποτέ πια, το βλέμμα της μάνας είχε μιλήσει στην καρδιά μου χωρίς να ακούσω λέξη. Δεν κατάλαβα, όμως ένοιωσα.

Πριν τελειώσει εκείνος ο χειμώνας, το κορίτσι πέθανε. Δεν θυμάμαι πώς ήταν το όνομά της, θυμάμαι μόνο ότι το σπίτι της ήταν πάνω από το παλιό συνεργείο των αυτοκινήτων δίπλα στο σχολείο. Πήγα τη μέρα της τελετής, δεν μπόρεσα να μπω μέσα, ένοιωθα τόση θλίψη που τα βήματά μου δεν μπορούσαν να με οδηγήσουν.

Σήμερα 15 Φεβρουρίου, ημέρα αφιερωμένη στις δράσεις κατά του παιδικού καρκίνου, θυμήθηκα εκείνο το κορίτσι που δεν πρόλαβε να μεγαλώσει.

Μακάρι να έρθει η μέρα που θα θυμόμαστε τα παιδιά μόνο για το χαμόγελο και όχι για το ταλαιπωρημένο τους βλέμμα.


Κυριακή 12 Σεπτεμβρίου 2021

Όταν ομορφαίνει μια πόλη, ομορφαίνουν και οι κάτοικοί της...

 

Περπατάω χρόνια στο Ηράκλειο.
Στο κέντρο, στον παραλιακό, στα τείχη, στον Καράβολα, στα προάστια.
Ωστόσο, στην χτεσινή μου βόλτα συνάντησα μετά από καιρό, ελάχιστα πράγματα που να με ενοχλούν σε σχέση με το παρελθόν.
Εντάξει, η πόλη δεν άλλαξε από τη μια μέρα στην άλλη, δεν άλλαξε η ρυμοτομία της, δεν εξαφανίστηκαν τα κτίρια που χαλάνε την οπτική μου, δεν γεμίσαμε ξαφνικά πάρκα με πράσινο. Ο δημόσιος χώρος δεν απλώθηκε ξαφνικά.
Απλά, η πόλη έχει αλλάξει προς το καλύτερο.
Περπατησα από το λιμάνι μέχρι τον Καράβολα, μετά στα τείχη μέχρι τον τάφο του Καζαντζάκη κι έπειτα στην πλατεία Ελευθερίας και πάλι στο λιμάνι και με μεγάλη μου έκπληξη συνάντησα ελάχιστα σκουπίδια, φροντισμένη βλάστηση, δημόσιο χώρο ανθρώπινο, με ηρεμία, με σεβασμό στον περαστικό!
Και, ξέρεις τί είναι εκείνο που με ικανοποιεί περισσότερο σε αυτή την εικόνα;
Εντάξει, η δημοτική αρχή έχει κάνει την προσπάθειά της, όμως κάπου αλλού είναι αυτό που με ενθουσιάζει.
Την προσπάθεια αυτή δείχνουν, επιτέλους, να έχουν αρχίσει να σέβονται και οι πολίτες του Ηρακλείου.

Μακάρι να αλλάξει κάτι επιτέλους, μακάρι η γενιά των ανθρώπων που γνωρίζουν τώρα το Ηράκλειο, μακάρι οι κάτοικοι αυτής της πόλης να μάθουν να την αγαπάνε, να την φροντίζουν σαν να ήταν κάθε κομμάτι δημόσιου χώρου η αυλή του σπιτιού τους.

Να μάθουν να την σέβονται!

Πόσο πιο ευτυχισμένοι θα είμασταν όλοι μας τότε!











Creative Commons License
Οι παραπάνω φωτογραφίες χορηγούνται με άδεια Creative Commons Attribution-NonCommercial-NoDerivs 3.0 Ελλάδα

Τρίτη 7 Σεπτεμβρίου 2021

Μια εικόνα, αιώνες ιστορίας!

 

Μια συνηθισμένη φωτογραφία θα έλεγε κάποιος κι όμως, πίσω από το καλοκαιρινό σκηνικό, εμφανέστατα κρύβονται αιώνες ολόκληροι ιστορίας!
Σπασμένα πιθάρια, κορινθιακού ρυθμού κιονόκρανα, μουσουλμανικές επιτύμβιες στήλες, αλαβάστρινοι πεσσοί και στο βάθος, το ενετικής κατασκευής Φρούριο του Αγίου Δημητρίου!
Ηράκλειο, Χάνδακας, Κάντια και πάλι Ηράκλειο....
Η πόλη της καρδιάς μου!

Πόσο όμορφη είναι όταν την περπατάς!

Σάββατο 4 Σεπτεμβρίου 2021

Κύκλοι γκρεμισμένοι...

 

Πέρασα τυχαία ένα βράδυ από εκεί, δύο χρόνια πριν.
Ήταν μια εξαιρετική φθινοπωρινή βραδιά, από εκείνες που δεν έχει ψύχρα, προσποιείσαι όμως ότι υπάρχει μια υγρασία στην ατμόσφαιρα έτσι για να σου πιάσει ο άλλος το χέρι, να νοιώσεις την ζεστασιά του στην παλάμη σου...
Ήταν όμορφο το συναίσθημα, φωτογράφισα τη φράση αυτή στο ερμητικά κλειστό ξύλινο παράθυρο και την έβαλα βαθιά μέσα στην καρδιά μου, μέσα μου σαν φυλαχτό που το κρατούσα στο χέρι για να νοιώσω την ζεστασιά, την ευτυχία της στιγμής...

Πέρασα προχτές.
Γκρεμισμένα ντουβάρια στα διπλανά σπίτια, ο δήμος φτιάχνει τον δρόμο στρώνοντας πέτρινες πλάκες.
Μπουλντόζες, μηχανήματα...
Το παλιό σπίτι στην οδό Γιαννίκου τριγυρισμένο από σύρματα που αποτρέπουν τους περαστικούς να πλησιάσουν το ξύλινο παράθυρο.

"Προσεχώς κατεδάφιση" προαναγγέλει η ταμπέλα, αποτρέποντας τους οδηγούς να αφήσουν τα αυτοκίνητά τους κοντά.
Μαχαίρι στην καρδιά; Όχι ακριβώς.
Αν δεν προσπαθήσουμε να σωθεί κάτι που κινδυνεύει, δεν έχουμε κανένα δικαίωμα να λυπηθούμε για την απώλειά του.

Για το μόνο που λυπάμαι είναι για το ψαράκι που θα χάσει την παρέα των περαστικών που θαύμαζαν την απλότητά του.
Ίσως και για τους κύκλους που δεν εφάπτονταν ποτέ πραγματικά...


Σάββατο 10 Απριλίου 2021

Στέγες και καρδιές....



 Το καλοκαίρι του 1993 παρακολουθούσα μαθήματα στο φροντιστήριο Ορίζοντες για να προετοιμαστώ για τις Γενικές Εξετάσεις της επόμενης χρονιάς. 

Εκτός από τα Μαθηματικά, την Ιστορία και την Κοινωνιολογία που η ύλη ήταν συγκεκριμένη, το μάθημα που μας προκαλούσε τρόμο ήταν η Έκθεση που απαιτούσε πέρα από γνώσεις, φαντασία στην ανάπτυξη καθώς και προσεκτική ερμηνεία των θεμάτων για την σωστή ανάπτυξή τους. 
Στα μαθήματα μελετούσαμε τα θέματα των προηγούμενων ετών για να αποκτήσουμε την ικανότητα να αναγνωρίζουμε, ακόμα και από μια φαινομενικά "άσχετη" λέξη, το ζητούμενο του εξεταστή που θα μας έφερνε τον πολυπόθητο βαθμό.
Θυμάμαι το δέος που μου προκάλεσε το θέμα του 1984, η φράση από το "Ζητείται Ελπίς" του Αντώνη Σαμαράκη:

"Ποτέ άλλοτε οι στέγες των σπιτιών των ανθρώπων δεν ήταν τόσο κοντά η μία στην άλλη, όσο είναι σήμερα. Και ποτέ άλλοτε οι καρδιές των ανθρώπων δεν ήταν τόσο μακριά η μία από την άλλη, όσο είναι σήμερα".

Σήμερα η ίδια αυτή φράση, μου προκαλεί τρόμο καθώς είναι πιο επίκαιρη από ποτέ.

Πέρασαν τόσα χρόνια, η επιστήμη προχώρησε, οι κοινωνίες υποτίθεται πως εξελίχθηκαν, όμως οι αποστάσεις μεταξύ των καρδιών μας όλο και μεγαλώνουν.
Οι διαφορές μας οξύνονται και γίνονται όλο και πιο δυσεπίλυτες, χρησιμοποιούμε τη γλώσσα για να βρίζουμε αντί να επιχειρηματολογούμε, φτάσαμε να σκοτώνουμε τον διπλανό μας για μια θέση στάθμευσης, σταματήσαμε να επικοινωνούμε.

Σταματάμε να υπάρχουμε.

Αφού ο κόσμος υπάρχει μόνο όταν τον μοιράζεσαι, ποιο είναι το μέλλον μας;