Πέμπτη 11 Μαΐου 2023

Πώς σ' αγαπώ... (131/365)

 


"..Πώς σ' αγαπώ;
Άσε με να μετρήσω τρόπους.

Σε αγαπώ στο βάθος και στο πλάτος και στο ύψος
Που η ψυχή μου μπορεί να κατακτήσει, όταν νιώθει αμήχανη
Για τους σκοπούς της ύπαρξης και της γοητείας της ιδεατής.

Σε αγαπώ στο επίπεδο της καθημερινής
Της πλέον ήρεμης ανάγκης, στο φως του ήλιου και του κεριού.

Σε αγαπώ ελεύθερα, όπως όταν οι άνθρωποι αγωνίζονται για τη νίκη του καλού

Σε αγαπώ αγνά, όπως όταν γυρίζουν από προσευχή.

Σε αγαπώ με ένα πάθος που έβαλα σε χρήση
Μες στις παλιές μου λύπες και με μια πίστη
από την ηλικία μου την παιδική.

Σε αγαπώ με μιαν αγάπη που φαινόταν πως θα χάσω
Με τους χαμένους μου άγιους - Σε αγαπώ με την αναπνοή,
Με τα χαμόγελα και τα δάκρυα όλης της ζωής μου! 

Κι αν ο Θεός θελήσει,
Μετά τον θάνατο θα σ' αγαπώ ακόμα πιο πολύ..."


Τετάρτη 3 Μαΐου 2023

Το αίμα νερό δεν γίνεται.... #not (Λεύτος speaking..)

 

Ο Κώστας που σας έλεγα τις προάλλες, ήταν από μεγάλη οικογένεια. Οκτώ αδέρφια ήταν συνολικά, ζούσαν μόνο τα πέντε, το μεγαλύτερο πέθανε στη γέννα ενώ τα δύο μικρότερα ήταν κι εκείνα άτυχα, ο Σπύρος συναντήθηκε με τον αιφνίδιο βρεφικό θάνατο λίγες στιγμές αφού τον αεροβάπτισε η γιαγιά του επειδή "δεν της άρεσε το χρώμα του μωρού", ενώ ο Γιάννης που κουβαλούσε το όνομα του πρόσφυγα από την Μικρασία παππού του, κληρονόμησε και την αδυναμία του στην ρακί που απέβει μοιραία τη βραδiά πριν φύγει ο κολλητός του για να υπηρετήσει στον στρατό όταν, λιώμα στο μεθύσι, έπεσε σε μια κολώνα της ΔΕΗ στην παραλιακή με το παπάκι του.

Δυο αδερφές είχε ο Κώστας, τις υπεραγαπούσε και τις δύο για διαφορετικούς λόγους. Η μεγάλη είχε σπουδάσει οικονομικά και ήταν στέλεχος σε εταιρεία. Άνθρωπος του διαόλου με βλέμμα επιβλητικό, ματιά που πάγωνε όποιον κοιτούσε στα μάτια, ο Κώστας της είχε μεγάλη αγάπη, η μεγάλη του αδερφή ήταν άλλωστε και του είχε σταθεί όποτε είχε ζητήσει τη βοήθειά της, θυμόταν ακόμα και τώρα που πλησίαζε τα πενήντα πως, πολλά χρόνια πριν, όταν εκείνη γυρνούσε στο σπίτι μετά το μάθημα, πάντα του κρατούσε "κάτι". Ένα σοκολατάκι, ένα μπαλόνι, κάτι. Πάντοτε.
Η μικρότερη, εντελώς διαφορετικός χαρακτήρας, πιο νωχελική, τεμπέλα τη φώναζε η μάνα τους από το πρωί μέχρι το βράδυ, τέλειωσε με δυσκολία το δημοτικό σχολείο για να γίνει τελικά αυτό που ονειρευόταν: ειδική σύμβουλος χτενίσματος-δημόσιες σχέσεις. Κομμώτρια εξαιρετική στη δουλειά της, όπως εξαιρετική ήταν στο να κουτσομπολεύει τους πάντες στο "Θρίξ", έτσι λεγόταν ο ναός της, πουλί πετάμενο δεν περνούσε μπρος από την τζαμαρία του κομμωτηρίου που να μην το σχολιάσει, ενώ ειδικότητά της ήταν οι γειτόνισσες που δεν προτιμούσαν τα χτενίσματά της, εκείνες που δεν είχαν παντρευτεί, ειδικά η Έλλη, η πιο γνωστή γεροντοκόρη της γειτονιάς που όσο αγνοούσε την ύπαρξη των γύρω της με ύφος πομπώδες και καμαρωτό περπάτημα, τόσο γινόταν το αγαπημένο θέμα των προσκυνητών του κομμωτηρίου.
Ο Κώστας είχε και δύο αδερφούς, τον πρώτο και τον τρίτο στη σειρά από τα εν ζωή αδέρφια.
Ο μικρότερος από τους δύο ήταν ο Κύρος Γρανάζης της οικογένειας. Πολυμήχανος, εφευρέτης, πολυτεχνίτης, τα χέρια του διαρκώς καταπιάνονταν με κάτι, κάτι έφτιαχνε, κάτι ετοίμαζε, κάτι επισκεύαζε. Ο Κώστας τον θαύμαζε πολύ, έξι χρόνια είχαν διαφορά αλλά ουσιαστικά μεγάλωσαν μαζί, κοιμόνταν το ίδιο δωμάτιο, μοιράζονταν τα ίδια παιχνίδια, εκείνος ήταν που του έδωσε τα πρώτα του μουσικά ακούσματα. Όλα με εκείνον μέχρι που η ηλικιακή διαφορά αναπόφευκτα τους χώρισε, ο Παύλος, έτσι τον έλεγαν, πήγε στο γυμνάσιο κι άρχισε να έχει άλλα ενδιαφέροντα, πήγε στο λύκειο, ερωτεύτηκε, βρήκε νέους φίλους, έβλεπε τον Κώστα σαν παρείσακτο μέσα στο σπίτι, τα δωμάτιά τους χωρίστηκαν , δεν τον ήθελε πια δίπλα του, δεν του έβαζε να ακούει μουσική στο ξεχαρβαλωμένο ραδιόφωνο που είχε βρει στα σκουπίδια και με το ζόρι και υπομονή του είχε δώσει ξανά ζωή.
Μάταια καθόταν ο Κώστας για ώρα έξω από την κλειστή πόρτα να ανοίξει για να του πει "έλα", να του δώσει λίγο σημασία, να τον κάνει ξανά συμμέτοχο στην καθημερινότητά του όπως τότε που ήταν παιδιά.
Η σχέση τους δεν ήταν ποτέ ξανά η ίδια.
Θυμάται, όταν ο Παύλος πήγε φαντάρος μετά τις πρώτες του σπουδές, ο Κώστας για μέρες ξάπλωνε στο κρεβάτι του αδερφού του χωρίς να τον παίρνει ο ύπνος κι έμενε εκεί, να νοιώθει την παρουσία του χωρίς να τους χωρίζει πλέον μια κλειστή πόρτα αλλά χιλιόμετρα ρευστού ανέμου, να νοιώθει παντού την απουσία του να φθίνει καθώς άγγιζε τα αγαπημένα του αντικείμενα.
Ο Κώστας με τον Παύλο δεν συναντήθηκαν ποτέ ξανά. Ο Παύλος μετά την θητεία του έμεινε μερικές μέρες στο πατρικό του και αφού χώρισε με συνοπτικές διαδικασίες με την κοπέλα που είχε δεσμό από το λύκειο, έφυγε στην Αθήνα με την αδερφή του κολλητού του αναζητώντας την τύχη που ποτέ δεν πίστευε πως θα μπορούσε να βρει στα στενά όρια της Κρήτης. Εδώ που τα λέμε, η αλήθεια δεν απέχει και πολύ από αυτό, αν τότε είχε μείνει το πολύ-πολύ να είχε γίνει υπάλληλος σε κάποια πολυεθνική ενώ με το να ανοίξει τα φτερά του, βρέθηκε από την Αθήνα στο Παρίσι για μεταπτυχιακό στην εφαρμοσμένη πληροφορική, για να δεχτεί αμέσως μετά το διδακτορικό που έκανε στη Μαδρίτη, τη θέση του διδάκτορα στο πανεπιστήμιο της Βαλένθια και να εγκατασταθεί μόνιμα εκεί.
Ο Κώστας δεν κατάφερε ποτέ να ξεπεράσει την απόσταση που τον χώριζε από τον Παύλο, ήταν πάντα το κομμάτι που του έλειπε, πάντα ήταν κάτι παραπάνω από αδερφός του, η ψυχολόγος του μερικά χρόνια αργότερα του είπε ότι ίσως ήταν το χαμένο πατρικό του πρότυπο και ότι για να προχωρήσει στη ζωή του θα πρέπει κάποια στιγμή να ξεπεράσει αυτή του την απώλεια.
Το μεγαλύτερο παιδί της οικογένειας, ο πρωτότοκος ήταν ο Λεύτος. Χαϊδευτικό το όνομα που προτιμούσε από το βαπτιστικό του αφού ακόμα και κοντά στα εξηνταπέντε, η σοβαρότητα δεν έλεγε να τον πλησιάζει και εξακολουθούσε να κάνει πλάκα με τα πάντα. Με τις παρέες, τους φίλους, τα μέλη της οικογένειας, την πεθερά του, στο όνομά του θα σταματούσε;
Σταματούσε μόνο σε δύο περιπτώσεις:
Όταν η πλάκα γυρνούσε προς εκείνον και όταν το αστείο αφορούσε την γυναίκα του.
Για το πρόσωπό της δεν δεχόταν κανένα αστείο, καμία αμφισβήτηση, καμία πλάκα.
Ο Λεύτος από μικρός ήταν γυναικάς, ήταν βλέπεις ο γόης της οικογένειας, ήταν που είχε και μόνιμα τη γιαγιά του δίπλα να τσοντάρει στο χαρτζιλίκι, παράτησε νωρίς το σχολείο και αφοσιώθηκε σε πράγματα που έκαναν τη ζωή του πιο ενδιαφέρουσα.
Το ποτό, το ξενύχτι και τις γυναίκες.
Ο Κώστας από πολύ μικρός άκουγε ιστορίες για τις αλητείες του αδερφού του ενώ δεν μπορούσε να ξεχάσει το πρωί που μαζί με τη μάνα του τον βρήκαν να κοιμάται σε μια λίμνη εμετού, ξεβράκωτος στη μέση του σαλονιού, ήταν δεν ήταν δεκαεφτά χρονών. Κι όμως, ακόμα και στην ηλικία εκείνη δεν είχε αφήσει αλητεία να μην την κάνει, τί κι αν φώναζαν οι δικοί του, δεν έδινε σε κανέναν σημασία κι απλά έκανε ό,τι τον πρόσταζε το κεφάλι του αδιαφορώντας για τις συνέπειες.
Για τις όποιες συνέπειες.
Ο Λεύτος δεν έλειψε ποτέ από το πατρικό του Κώστα γιατί πολύ απλά, ήταν πάντα απών, ένα περιστασιακός επισκέπτης, η σκιά ενός ανθρώπου που κάποτε υπήρξε κάτοικος εκεί.
Τον αγαπούσε πολύ τον αδερφό του ο Κώστας, τον θεωρούσε σαν μια φιγούρα που άγγιζε τα όρια του υπερφυσικού, ένας μποέμ τύπος που στα μάτια ενός μικρού παιδιού έδειχνε να μην τον αγγίζουν οι κανόνες, ζούσε μια ζωή πέρα από τα όρια χωρίς περιορισμούς, μια φιγούρα θρυλική που όμως κάποια στιγμή απλά έπαψε να υπάρχει στη ζωή του όσο κι αν το αρνιόταν πεισματικά.
Έγραφα πιο πάνω ότι ο Λεύτος για έναν μόνο άνθρωπο δεν δεχόταν καμία αμφισβήτηση: για την γυναίκα του. Την αρραβωνιάστηκε πριν τα είκοσι σε μια άδεια από τον στρατό χωρίς να ρωτήσει κανέναν, χωρίς να προετοιμάσει κανέναν, απλά ανακοινώνοντάς το όπως έκανε πάντα. Αμέσως μετά τη θητεία του παντρεύτηκε και μπήκε σώγαμπρος στο σπίτι της πεθεράς του, ζώντας μια ζωή φαινομενικά αρμονική όπου η κυρία Ανδριάνη τον άφηνε πάντα να πιστεύει ότι είχε το πάνω χέρι απλά για να είναι παραγωγικός, όπως ακριβώς συμβαίνει με τα υποζύγια στο μαγγανοπήγαδο που γυρίζουν όλη μέρα νομίζοντας ότι είναι επιλογή τους ενώ στην πραγματικότητα ο αφέντης δεν τους επιτρέπει να σταματήσουν πριν τελειώσουν τη δουλειά τους.
Τα χρόνια πέρασαν, η παραγωγικότητα κούρασε τον Λεύτο, η καθημερινότητα του γάμου επίσης κι έτσι τόσο εκείνος όσο και η Σούλα του άρχισαν να κάνουν τα στραβά μάτια ο ένας για την ερωτική ζωή του άλλου. Το πράγμα δεν άργησε να ξεφύγει και αφού το έμαθαν οι πάντες και προκειμένου να μην κλείσουν σπίτια, διέρρευσε η μισή αλήθεια και όλοι ήταν ευχαριστημένοι.
Ο Κώστας δεν έκρινε ποτέ ούτε τον αδερφό του, ούτε τη νύφη του, μέσα του τους δικαιολόγησε για τις πράξεις τους αφού "άνθρωποι ήταν στο κάτω-κάτω" και δεν ανέφερε ποτέ το παραμικρό σεβόμενος τις αποφάσεις τους.
Δεν θα πω περισσότερα αν και ο Κώστας μου τα έχει πει όλα με λεπτομέρειες, μια βραδιά που τον συνάντησα σου Καγιαμπή τον καφενέ σεκλετισμένο, με την πίκρα να τον πνίγει.
Έμοιαζε τόσο μόνος, τόσο προδομένος.
Ζήτησε το χέρι του Λεύτου να ακουμπήσει κι εκείνος του γύρισε την πλάτη.
Είναι τόσο τραγικό οι άνθρωποι να μην συμπαραστέκονται στα αδέρφια τους.
Άνευ όρων.
Είναι ακόμα τραγικότερο να ξεχνούν τις πράξεις που έχουν κάνει, αδύναμοι ως θνητοί και να ηθικολογούν με κάθε ευκαιρία απέναντι στους άλλους.
Αυτό όμως που δεν μπορούσε να αντέξει με τίποτα ο Κώστας στη συζήτησή μας, αυτό που τον έκανε να κλαίει με λυγμούς, ήταν ότι συνειδητοποίησε με τον πιο σκληρό τρόπο ότι τελικά, το αίμα μπορεί κάλλιστα να γίνει νερό.
Ευτυχώς όχι στις φλέβες όλων των ανθρώπων.
Μόνο των λιγότερο ευφυών....

Κυριακή 30 Απριλίου 2023

Σχήματα στον τσιμεντένιο τοίχο... (Στρατιωτάκια αμίλητα-ακούνητα..)

 

Στην παλιά γειτονιά, στο μικρό στενάκι, ήταν το πατρικό της Μαρίας. Δύο όροφοι πάνω από το ισόγειο της γιαγιάς της, λίγα τετραγωνικά που ίσα ίσα χωρούσε η βαριά φυσιογνωμία του πατέρα της που έπεφτε σαν σκιά στα παιδιά της γειτονιάς κάθε που δρασκέλιζε το κατώφλι, η μάνα της και η μικρή της αδερφή η Φωτεινούλα. Σαλόνι και κουζίνα στον πρώτο όροφο, δύο κρεβατοκάμαρες και τουαλέτα στον δεύτερο, απροσπέλαστο φαινόταν το κτίριο στους γείτονες αφού ο Νίκος και η Ελένη σπάνια δέχονταν επισκέψεις, βαριά έκλεινε η πόρτα πίσω από τα παιδιά όταν σχολούσαν το μεσημέρι από το σχολείο.
Γέλιο δεν ακούσαμε ποτέ από τα παράθυρά του, βαριές κουρτίνες έκλειναν το φως έξω από το σπίτι, αναρωτιόμασταν σαν παιδιά πράγματα απλά, αυτονόητα για τα υπόλοιπα σπίτια της γειτονιάς που έστω και μία φορά είχαμε μπει, για να παίξουμε, για να δούμε τηλεόραση, για να πιούμε ένα ποτήρι νερό, πράγματα που για αυτά τα λίγα τετραγωνικά χώρου παρέμεναν μυστήριο: πόσες καρέκλες είχε το τραπέζι της κουζίνας; Τί χρώμα πλακάκια είχε το μπάνιο; Είχε μία ή δύο βρύσες ο νεροχύτης; Από τί υλικό ήταν φτιαγμένοι οι καναπέδες;
Μυστήρια άλυτα που τα σφράγιζε η βαριά παρουσία του Νίκου και η ελαφρότητα της Ελένης.
Η γιαγιά της Μαρίας η κυρία Φωφώ έκανε παρέα με τη μάνα μου. Φίλες αχώριστες δεν τις έλεγες όμως, πήγαιναν να μαζέψουν χόρτα μαζί, συναντιόντουσαν στη γειτονιά για να βεγγερίσουν, χαμογελούσαν η μία στη άλλη όταν κοιτάζονταν στα μάτια.
Κάποια παρεξήγηση μπήκε ανάμεσά τους, σταμάτησαν να ανταλλάσσουν ακόμα και μια τυπική καλημέρα, ποτέ δεν έμαθα το λόγο. Ένα μεσημέρι σχολώντας πέρασα από το στενάκι και είδα την κυρία Φωφώ να κάθεται στο πεζοδρόμιο φορώντας το νυχτικό της φόρεμα. Μου έκανε τεράστια εντύπωση καθώς ήταν περασμένο μεσημέρι. Αυτό και το θλιμμένο της βλέμμα. Μπαίνοντας στο σπίτι το είπα στη μητέρα μου, ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που άκουσα τη λέξη "καρκίνος".

Σε αυτό το μικρό στενάκι πέρασα όλα μου τα παιδικά χρόνια. Μια μικρογραφία του κόσμου το κάθε του σπίτι, ένας μικρός παράδεισος και μια αντίστοιχη σε μέγεθος κόλαση πίσω από κάθε πόρτα. 
Φωνές, καυγάδες και φασαρία αλλά και γέλιο, χαρές και άνθρωποι με χαμόγελο πλατύ και καρδιές ζεστές σαν Αυγουστιάτικο πρωινό.
Οι μνήμες μου είναι πολύ πρώιμες για να θυμάμαι ιστορίες με λεπτομέρειες, είναι που σε εκείνη την ηλικία ζούσαμε χωρίς την αγωνία να καταγράφουμε τις ζωές μας όπως εσφαλμένα κάνουμε οι άνθρωποι μεγαλώνοντας.
Είναι όμως πράγματα που δεν θα ξεχάσω ποτέ, γέλια παιδικά και παιχνίδι ατέλειωτο με τους φίλους, τα πρώτα χαμόγελα, τα πρώτα αγγίγματα.
"Στρατιωτάκια ακούνητα-αμίλητα", "κρυφτό", "κυνηγητό", ιστορίες τρόμου και αυτοσχέδιες θεατρικές παραστάσεις, ανακατεμένα με τη λαχτάρα να ακουμπήσω "από λάθος" τη Νατάσα!

Όλα εκεί, στο μικρό στενάκι, μπροστά από τον τσιμεντένιο τοίχο με τα σχέδια.
Απέναντι από το σπίτι της γιαγιάς μου..

Σάββατο 29 Απριλίου 2023

Η απουσία...


119/365

Ισως η απουσία σου είναι παρουσία, χωρίς εσύ να είσαι,

χωρίς εσύ να πας να κόψεις το μεσημέρι

σαν ένα γαλάζιο λουλούδι, 


χωρίς εσύ να περπατάς

πιο αργά ανάμεσα στην ομίχλη και στους πλίνθους,

χωρίς εκείνο το φως που κρατάς στο χέρι

που ίσως άλλοι δεν θα δουν να χρυσίζει,


που ίσως κανείς δεν έμαθε ότι βλασταίνει

σαν την κόκκινη καταγωγή του τριαντάφυλλου,


χωρίς εσύ να είσαι, επιτέλους, χωρίς να έρθεις

απότομη, ερεθιστική, να γνωρίσεις τη ζωή μου,

καταιγίδα από ροδώνα, σιτάρι του ανέμου,


και από τότε είμαι γιατί εσύ είσαι,

και από τότε είσαι, είμαι και είμαστε,

και για χάρη του έρωτα θα είμαι, θα είσαι, θα είμαστε.


Pablo Neruda

Τετάρτη 12 Απριλίου 2023

Τι να τα κάνω τα άστρα...

 


102/365

«…Οι νύχτες με στενεύουν

στην απουσία σου.

Σε αναπνέω.


Τώρα

με τη δική σου αναπνοή

ρυθμίζεται το βήμα μου

κι ο σφυγμός μου.


Δυό μήνες που δε σμίξαμε.

Ένας αιώνας

κ’ εννιά δευτερόλεπτα.


Τι να τα κάνω τ’ άστρα

αφού λείπεις;…»


(Γ. Ρίτσος, Γυμνό σώμα)

Τρίτη 11 Απριλίου 2023

Αργοπεθαίνει.. (Martha Medeiros)


101/365

"..Αργοπεθαίνει όποιος γίνεται σκλάβος της συνήθειας, επαναλαμβάνοντας κάθε μέρα τις ίδιες διαδρομές,

όποιος δεν αλλάζει το βήμα του,

όποιος δεν ρισκάρει να αλλάξει χρώμα στα ρούχα του,

όποιος δεν μιλάει σε όποιον δεν γνωρίζει.

Αργοπεθαίνει όποιος έχει την τηλεόραση για μέντορα του

Αργοπεθαίνει όποιος αποφεύγει ένα πάθος,

όποιος προτιμά το μαύρο αντί του άσπρου και τα διαλυτικά σημεία στο “ι” αντί τη δίνη της συγκίνησης

αυτήν ακριβώς που δίνει την λάμψη στα μάτια,

που μετατρέπει ένα χασμουρητό σε χαμόγελο,

που κάνει την καρδιά να κτυπά στα λάθη και στα συναισθήματα.

Αργοπεθαίνει όποιος δεν “αναποδογυρίζει το τραπέζι” όταν δεν είναι ευτυχισμένος στη δουλειά του,

όποιος δεν ρισκάρει τη σιγουριά του, για την αβεβαιότητα του να τρέξεις πίσω απο ένα όνειρο,

όποιος δεν επιτρέπει στον εαυτό του, έστω για μια φορά στη ζωή του, να ξεγλιστρήσει απ’ τις πάνσοφες συμβουλές. Αργοπεθαίνει όποιος δεν ταξιδεύει,

όποιος δεν διαβάζει,

όποιος δεν ακούει μουσική,

όποιος δεν βρίσκει το μεγαλείο μέσα του

Αργοπεθαίνει όποιος καταστρέφει τον έρωτά του,

όποιος δεν αφήνει να τον βοηθήσουν,

όποιος περνάει τις μέρες του παραπονούμενος για τη κακή του τύχη ή για τη βροχή την ασταμάτητη

Αργοπεθαίνει όποιος εγκαταλείπει την ιδέα του πριν καν την αρχίσει,

όποιος δεν ρωτά για πράγματα που δεν γνωρίζει ή δεν απαντά όταν τον ρωτάν για όσα ξέρει

Αποφεύγουμε τον θάνατο σε μικρές δόσεις, όταν θυμόμαστε πάντα πως για να ‘σαι ζωντανός χρειάζεται μια προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη από το απλό αυτό δεδομένο της αναπνοής. Μονάχα με μια φλογερή υπομονή θα κατακτήσουμε την θαυμάσια ευτυχία.”

Παρασκευή 7 Απριλίου 2023

Κοντά σου η γαλήνη... (Μαρία Πολυδούρη)



97/365

Κοντά σου δεν αχούν άγρια οι ανέμοι.

Κοντά σου είναι η γαλήνη και το φως.

Στου νου μας τη χρυσόβεργην ανέμη

ο ρόδινος τυλιέται στοχασμός.


Κοντά σου η σιγαλιά σα γέλιο μοιάζει

που αντιφεγγίζουν μάτια τρυφερά

κι αν κάποτε μιλάμε, αναφτεριάζει,

πλάι μας κάπου η άνεργη χαρά.


Κοντά σου η θλίψη ανθίζει σα λουλούδι

κι ανύποπτα περνά μες στη ζωή.

Κοντά σου όλα γλυκά κι όλα σα χνούδι,

σα χάδι, σα δροσούλα, σαν πνοή.