Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 2024

Ένα απόγευμα με "τα παιδιά μου"... (το ΚΕΘΕΑ μου και πώς η αγάπη γυρνάει πίσω...)

 

Δυο λόγια μεταμεσονύκτια, πριν η κούραση με λυγίσει...
Βρέθηκα ξανά, μετά από ένα χρόνο, δίπλα στα παιδιά μου, στο ΚΕΘΕΑ Αριάδνη.
Ας είναι καλά η Ελπίδα, η Ελπίδα της καρδιάς μου, μού έκανε ένα τηλεφώνημα πριν από μερικές μέρες και με ρώτησε να θα μπορούσα να βρεθώ σε μια εκδήλωση της κινητής μονάδας του κέντρου για να την καλύψω φωτογραφικά.
Εννοείτε ότι δέχτηκα.
Δέχτηκα γιατί μου έλειψε το ΚΕΘΕΑ μου.
Δέχτηκα γιατί δεν μπορώ να πω όχι σε οποιονδήποτε άνθρωπο αισθάνομαι ότι είναι σημαντικός.
Δέχτηκα επειδή όσο περισσότερο δίνω στην φωτογραφία, τόσο περισσότερο μου δίνει.
Κοίτα μια σύμπτωση! Το ίδιο συμβαίνει και με το ΚΕΘΕΑ μου!

Βρέθηκα λοιπόν στο πάρκο την προκαθορισμένη ώρα, είδα τα παιδιά στον κύκλο τους από μακριά, δεν πλησίασα αλλά ετοίμασα την μηχανή και ξεκίνησα να τραβάω. Η Ελπίδα με είδε και μου έγνεψε με τα μάτια.
Πλησίασα.
Λόγια, αγκαλιές, χαμόγελα και κουβέντες όμορφες, κανένα γνώριμο παιδί, μέχρι που σε μια γύρα του ματιού μου είδα ένα παλικάρι που είχα συναντήσει στην κοινότητα ένα χρόνο πριν, δεν θα αναφέρω το όνομά του, θα τον λέω απλά "Α".

Του έσφιξα το χέρι, με αγκάλιασε και φιληθήκαμε. Ο Α έχει ένα χαρακτηριστικό σημάδι στο μάτι που κάνει το βλέμμα του ιδιαίτερο.
"-Τα κατάφερα!" μου είπε και το βλέμμα μου γέμισε υγρασία.

Γνώρισα τον Α λίγο περισσότερο από ένα χρόνο πριν. Ήταν σε πολύ άσχημα κατάσταση.
Σαράντα κιλά, χωρίς οδοντοστοιχία, ήταν οι πρώτες του μέρες στην κοινότητα και δεν του έπαιρνες λέξη.
Ενώ είναι μικρότερος από μένα, η ταλαιπωρία της χρήσης τον έδειχνε γερασμένο.
Τις πρώτες μέρες της γνωριμίας μας οι συναντήσεις μας δεν γινόταν στην κοινότητα αλλά στον ξενώνα λόγω κάπου τεχνικού προβλήματος που δεν επέτρεπε τις μετακινήσεις των παιδιών.
Παρατηρούσα τον Α τότε, όπως άλλωστε παρατηρούσα όλα τα μέλη, καθόταν απόμακρος, το βλέμμα του ήταν χαμηλωμένο, δυσκολευόταν να ασχοληθεί με κάτι που θα του έπαιρνε το μυαλό, δεν μπορούσε να συναναστραφεί και ήταν διαρκώς αμίλητος.
Να πω την αμαρτία μου;
Τον θεωρούσα "πολύ δύσκολη" περίπτωση. 
Δεν πίστευα ότι θα τα καταφέρει.

Κι όμως! 
Σήμερα η χαρά μου γέμισε τα στήθη γιατί τον είδα χαμογελαστό, χαρούμενο, γεμάτο ελπίδα!
Κάνει όνειρα για το μέλλον του, έχει αφήσει πίσω το παρελθόν και κοιτάζει μόνο μπροστά.

Με βλέμμα όχι χαμηλωμένο όπως τότε.
Με βλέμμα καθαρό.
Γεμάτο ελπίδα!

Δευτέρα 2 Σεπτεμβρίου 2024

Οι τρείς μου φίλοι... (ανάρτηση για τις κορυφές της καρδιάς μας...)

 


Έχω τρείς φίλους τόσο διαφορετικούς μεταξύ τους που θεωρητικά δεν πρόκειται να συναντηθούν ποτέ.
Την Χαρούλα την γνωρίζω από παλιά, από την εποχή που ήμουν ενεργό μέλος της Φωτογραφικής Εταιρείας Κρήτης, η πορεία μας ήταν κοινή.
Την Τάνια την γνώρισα πριν δύο περίπου χρόνια στην Λαϊκή. Εκεί γνώρισα και τον Αλή.

Η Χαρούλα είναι από την Ελλάδα.
Η Τάνια είναι από την Ρωσία. Ή από την Ουκρανία. Ρωσίδα από την Ουκρανία ή Ουκρανή από την Ρωσία. Δεν ξέρω.
Ο Αλή είναι από το Πακιστάν.

Η Χαρούλα έχει έναν γιό και μια κόρη.
Η Τάνια δεν έχει παιδιά αλλά τα εγγόνια του άντρα της την φωνάζουν “γιαγιά” και τα αγαπάει λες και είναι δικά της.
Ο Αλή έχει πολλά παιδιά, αγόρια και κορίτσια αλλά δεν ξέρω πόσα. Παντρεύτηκε πολύ μικρός, χαριτολογώντας όσοι τον γνωρίζουν λένε ότι ίσως και ο ίδιος να έχει χάσει το μέτρημα!

Τί συνδέει αυτούς τους τρείς μου φίλους;
Τίποτα.
Τίποτα και τα πάντα.
Η ζωή η ίδια και το πώς την αντιλαμβάνεται ο καθένας μας.

Η κόρη της Χαρούλας λίγο πριν την εμφάνισή της στον πανευρωπαϊκό διαγωνισμό της Eurovision, δήλωσε μετά από σχετική ερώτηση σε Τούρκο δημοσιογράφο:
«-Είχα έναν δάσκαλο μουσικής που μου δίδασκε κλίμακες (σκάλες) από την ανατολική Μεσόγειο. Έτσι ακούγαμε τραγούδια από την Τουρκία, την Ελλάδα, το Ιράν, το Αζερμπαϊτζάν. Προσπαθούσα να καταλάβω πώς γίνεται να έχουν τόσα κοινά και ποιες είναι οι διαφορές τους.
Ο δάσκαλος μου, μού είπε κάτι που δεν θα ξεχάσω ποτέ. Πως η ηλικία της κουλτούρας και των παραδόσεων αυτής της περιοχής του κόσμου, είναι πολύ μεγαλύτερη από την ηλικία των συνόρων μεταξύ αυτών των χωρών.»

Η Τάνια πριν από λίγο καιρό μπήκε στο αεροπλάνο να πάει στην πατρίδα της τη Μαριούπολη για να διεκδικήσει την περιουσία που άφησε πίσω φεύγοντας. Η Τάνια είναι Ουκρανή υπήκοος καθώς κατά την διάλυση της ΕΣΣΔ βρέθηκε στην από την «εκεί» μεριά του εδάφους όμως είναι Ρωσίδα. Παρόλα αυτά, το ρωσικό κράτος την αντιμετωπίζει σαν ουκρανή της οποίας όμως η περιουσία βρίσκεται υπό ρωσική κυριαρχία μετά τον πόλεμο που διεξάγεται στην περιοχή τα τελευταία τρία περίπου χρόνια και ως εκ τούτου, η περιουσία της έχει δημευθεί από το ρωσικό κράτος προκειμένου να κατοικήσουν Ρώσοι πολίτες και έποικοι της Μαριούπολης.
Η Τάνια επέστρεψε από την πατρίδα που τελικά δεν γνωρίζει ποια ακριβώς είναι, διπλά θλιμμένη από ότι έφυγε καθώς δεν ξέρει αν τελικά είναι Ουκρανή που γεννήθηκε στην Ρωσία ή Ρωσίδα που βρέθηκε στην Ουκρανία από ένα τυχαίο γεγονός. Της είπα να μην στεναχωριέται γιατί τελικά πατρίδα είναι ό,που είναι η καρδιά μας. Χαμογέλασε και κοίταξε προς τον Ψηλορείτη.

Ο Αλή είναι άρρωστος βαριά αλλά δεν παραπονιέται ποτέ.Δουλεύει σαν σκυλί σε αντίθεση με τα παιδιά του που με κάθε ευκαιρία «ζεσταίνουν» μια πολυθρόνα που ο Αλή έχει πάντα δίπλα στον πάγκο του για τις ώρες που τα πόδια του δεν τον κρατάνε από την ταλαιπωρία που του τρώει το κορμί.
Μια-δυο φορές προσφέρθηκα να τον βοηθήσω σε πράγματα που αν ήταν καλά στην υγεία του δεν θα χρειαζόταν βοήθεια, στην αρχή με αντιμετώπισε με δισταγμό και περίσσια σοβαρότητα, τις επόμενες φορές το βλέμμα του μαλάκωσε, ένα «ευχαριστώ» βγήκε δειλά από τα χείλη του, ένα νεύμα ευγνωμοσύνης που ποτέ δεν ζήτησα.
Πριν μερικές μέρες πάλευα μόνος στον αέρα να ανοίξω μια τέντα, είχα νευριάσει, είχα αγχωθεί, βοήθεια δεν μπορούσα να ζητήσω από πουθενά, όλοι εκείνη την ώρα παλεύουν να ανοίξουν την πραμάτεια τους, να ετοιμάσουν τους πάγκους τους. Κρεμασμένος σε ένα μπαλκόνι να παλεύω είδα με την άκρη του ματιού μου τον Αλή να απευθύνεται στον γιο του που καθόταν φαρδύς-πλατύς στην πολυθρόνα και μισοκοιμόταν σε πολύ έντονο ύφος. Πριν καταλάβω τι είχε γίνει, ο νεαρός πετάχτηκε πάνω και βάλθηκε με νοήματα να μου εξηγεί ότι ήθελε να με βοηθήσει κι έμεινε εκεί μέχρι που του είπα ότι όλα ήταν εντάξει και μπορούσα πλέον να συνεχίσω μόνος.
Πέρασα δίπλα από τον Αλή. Του είπα «ευχαριστώ». Δεν γύρισε καν να με κοιτάξει αλλά είδα το χαμόγελό του που ήταν γεμάτος ικανοποίηση.

Τί συνδέει τελικά αυτούς τους τρεις μου φίλους;
Φαινομενικά, τίποτα.

Μόνο μια διαπίστωση.
Ότι τα σύνορα υπάρχουν μόνο για να χωρίζουν τους ανθρώπους, χωρίς να εξυπηρετούν κανένα άλλο σκοπό.
Η μουσική, η αγάπη, η ανθρωπιά, ο πολιτισμός, δεν κοιτάζουν σύνορα, δεν καταλαβαίνουν από χρονικούς διαχωρισμούς και εποχές.
Όλα αυτά είναι ανθρώπινες εφευρέσεις προκειμένου οι αδύναμοι να μένουν μακριά από τους «εξασφαλισμένους» αυτού του κόσμου, τους νικητές των πολέμων, τους οικονομικά δυνατούς, αυτούς που τελικά γράφουν την ιστορία με κόκκινα γράμματα και συνεχίζουν να συντάσσουν τα βιβλία του μέλλοντος κατά το δοκούν.

Όταν ήμουν παιδί είχα φτιάξει μια χάρτινη σημαία με το όνομά μου σε ένα ξύλινο κοντάρι και, φορώντας ένα σακίδιο στην πλάτη, ονειρευόμουν να γίνω κάποτε μεγάλος εξερευνητής όπως ο Έντμουντ Χίλαρι για να δώσω σε μια κορυφή το όνομά μου!
Πόσο λάθος όνειρα κάνουν τα παιδιά ορισμένες φορές…
Το σημαντικό στην κατάκτηση δεν είναι η σημαία που θα βάλεις στην κορυφή.
Ασήμαντη είναι και η ίδια η κατάκτηση τελικά.

Το σπουδαίο είναι η καρδιά να γαληνεύει ό,που κι αν πατούν τα πόδια σου!


*Απαραίτητο συμπλήρωμα:
Είχα να συναντήσω κάμποσο καιρό τον Αλή. Δεν ερχόταν στη λαϊκή, μου είπε ότι δεν πήγαινε καλά στην υγεία του, δεν μπορούσε να κινηθεί, δεν μπορούσε να φάει.
Τον συνάντησα τη μέρα των Χριστουγέννων σε ένα μπαλκόνι του Βενιζελείου Νοσοκομείου με ορό στο χέρι, καθισμένο σε μια καρέκλα. Ήταν αποστεωμένος, αδύναμος. Του έδωσα το χέρι, ανταπέδωσε τον χαιρετισμό και μου ευχήθηκε "Χρόνια πολλά". 
Ο Αλή πέθανε μερικές μέρες μετά, στις 29 Δεκεμβρίου....

Κυριακή 11 Αυγούστου 2024

Ήρωας... (Με αφορμή ένα podcast...)

 


"Ηρωας".
Ειλικρινά δεν ξέρω τί υπόσταση έχει τελικά αυτή η λέξη.
Από μικροί στο μυαλό μας αυτή η λέξη μάθαμε να παίρνει μορφή σε ασπρόμαυρα κάδρα των αγωνιστών του '21.
Μελετώντας όμως την νεότερη ιστορία της Ελλάδας έμαθα ότι "Ηρωας" τελικά είναι κάτι πιο καθημερινό, είναι ο άνθρωπος της απέναντι πόρτας, ο κυρ Γιάννης ο σύζυγος της κυρίας Ρηνούλας που έμεναν απέναντι από το πατρικό μου που είχε αφήσει το ένα του χέρι στα βουνά της Αλβανίας.
Ένας από τους σημαντικότερους ανθρώπους που πέρασαν από τα χώματα ετούτα ήταν ο Σπύρος Μουστακλής. Σε ένα από τα παιδικά μου καλοκαίρια περνούσα καθημερινά από τον δρόμο μπρος από το Παγκρήτιο Στάδιο που φέρει το όνομά του, η δυσκολία στην προφορά του, αν θες το πιστεύεις, ήταν το στοιχείο εκείνο που με έκανε να αναζητήσω την ιστορία, το αποτύπωμά του που έκανε τη δημοτική αρχή να ονοματίσει μια οδό με αυτό.
Ο Σπύρος Μουστακλής ήταν ταγματάρχης που συμμετείχε στο κίνημα του ναυτικού το 1973, μια από τις σημαντικότερες αντιδικτακτορικές κινήσεις που οδήγησε πλάι με την εξέγερση του Πολυτεχνείου, στο τέλος της Επταετίας της Δικτατορίας στη χώρα μας.
Ο Μουστακλής βασανίστηκε αλύπητα στα κρατητήρια της ΕΑΤ ΕΣΑ, έμεινε παράλυτος και έχασε την ομιλία του μέχρι το τέλος της ζωής στις 28 Απριλίου του 1986.
Αφορμή για να θυμηθώ την ιστορία του Μουστακλή ήταν το εξαιρετικό podcast του Άρη Δημοκίδη που παρακολουθώ ανελλειπώς από το ξεκίνημά του το οποίο είχε ένα εξαιρετικό αφιέρωμα στον ταγματάρχη καλύπτοντας πολλές από τις πτυχές του βίου και της αυτοθυσίας του.
Έμαθα για την φιλία του με τον Αλέκο Παναγούλη, για την κοινή τους πορεία.

Έμαθα ότι στην κηδεία του Παναγούλη ο Μουστακλής ζήτησε να ακολουθήσει τιμητικά την πομπή χωρίς να υποβαστάζεται, παρόλο που δεν μπορούσε να σταθεί στα πόδια του!
Έμαθα και για την παρουσία του Μουστακλή στην πρώτη επέτειο του πολυτεχνίου στις 17 Νοεμβρίου 1974 που το πλήθος του κόσμου τον αναγνώρισε και τον σήκωσε ψηλά για να τιμήσει την προσφορά του στον αντιφασιστικό αγώνα.


Αφιέρωσε μια ώρα από τη ζωή σου για να μάθεις για έναν πραγματικό Ήρωα.
Του αξίζει.
Αξίζει και σε σένα.



Πέμπτη 25 Ιουλίου 2024

Θέλω να μείνω μόνος... (Απώλεια: 29 χρόνια μετά...)


 Αρχή καλοκαιριού ήταν, κοντά στο τέλος της η σχολική χρονιά. Κάναμε κοπάνα με τον Θάνο και πήγαμε για μπάνιο στην Αμνισό. Απογευματινοί ήμασταν, πού όρεξη για μάθημα μέσα στη ζέστη, τα μαθήματα τα είχαμε σχεδόν περάσει, εξετάσεις ξεκινούσαν και κουτσά-στραβά θα την μπαλώναμε πάλι. Οι υπόλοιποι δηλαδή θα την μπαλώνανε γιατί εγώ την είχα ήδη μπαλωμένη, μια "ντροπή" που προσπαθούσα επιμελώς να κρύψω για να μην μου βγει η ρετσινιά του "φύτουκλα", του "ρουφιάνου" και όλων εκείνων των υποκοριστικών που ακολουθούσαν τους μαθητές που εν πάσει περιπτώσει, τα κατάφερναν καλύτερα από τους υπόλοιπους στο σχολείο μου, το 3ο ΤΕΛ Ηρακλείου.

Η παραλία στην Αμνισό δεν ήταν όπως είναι σήμερα, δεν ήταν οργανωμένη, δεν είχε ομπρέλες και καθίσματα, έπαιρνες μια πετσέτα και την παρέα σου και τα είχες όλα. Μια ταβέρνα ήταν πάνω στο κύμα που λειτουργούσε μόνο το κατακαλόκαιρο και άνοιγε τα απογεύματα, "τρυπητούς" καφέδες και ένα μπουκάλι εμφιαλωμένο νερό παίρναμε, τσιγάρα, άντε και κανένα κρουασάν αν μας έφταναν τα λεφτά μας και καθόμασταν μέχρι να μας τελειώσει η όρεξη, κανείς δεν μας αναζητούσε, τα κινητά ήταν τόσο σπάνιο είδος όσο είναι η ηρεμία σήμερα.
Καθώς αφήναμε τη μηχανή του Θάνου δίπλα στην άμμο, είδαμε τον Λευτέρη να παρκάρει καμιά δεκαριά μέτρα πιο πέρα. Για την ακρίβεια, δεν το είδαμε. Τον ακούσαμε. Έχω ξαναγράψει ότι η Yamaha του Λευτέρη ήταν αδύνατον να περάσει απαρατήρητη! Η εξάτμισή της δεν είχε κανένα από τα διαφράγματά της και από ό,που περνούσε τα κεφάλια γύριζαν, οι πιο ηλικιωμένοι τον έβριζαν, οι πιτσιρικάδες τον κοιτούσαν με θαυμασμό! Κατέβηκε από την μηχανή, φορούσε τζην και λευκό μπλουζάκι, περπατούσε προς τη θάλασσα. Ο Θάνος μου έκανε νόημα να μην του μιλήσω για να του κάνουμε έκπληξη.
Τον πλησιάσαμε, κάτι του είπε ο Θάνος, γύρισε μας κοίταξε και μας χαιρέτισε. Κάτι, κάτι είχε το βλέμμα του, δεν ήταν σαν τις άλλες φορές, δεν χαμογελούσε, δεν έκανε πλάκα, απλά έμεινε με το μαγιό και μπήκε στη θάλασσα. Τον ακολουθήσαμε.
Δεν έμαθα ποτέ τί τον απασχολούσε εκείνο το απόγευμα, ένα χρόνο πριν την κακιά την ώρα ήταν πάντως.
Μόνο, όταν μείναμε οι δυο μας για λίγες στιγμές καθώς ο Θάνος είχε μπει ξανά στο νερό, στράφηκε και μου είπε, σαν σε τόνο παραπονιάρικο.
"-Δεν μπορώ να μείνω μόνος ρε φίλε, ό,που κι αν πάω κάποιος με ακολουθεί..."
Ένοιωσα άσχημα.
Το κατάλαβε.
"-Δεν το λέω για σένα ρε φίλε. Δεν το λέω για σας..."
Ο Λευτέρης όντως δεν μπορούσε να μείνει μόνος, δεν τον άφηναν να μείνει μόνος. Ήταν τόσο αγαπητός, τόσο εξωστρεφής που ό,που κι αν βρισκόταν γύρω του μαζευόταν κόσμος, σαν ένας όχλος λες, κλοιός που δεν του άφηνε ανάσα κι όμως δεν το έδειξε ποτέ, παρά μόνο εκείνο το απόγευμα.
Και όντως δεν το είπε για μένα, δεν το είπε για μας. Εμένα με αγαπούσε όπως αγαπούσε και τον Θάνο, τον Γιώργο, τον Βαγγέλη και τον Μήτσο, για αυτό έμεινε δίπλα μας μέχρι την κακιά την ώρα, ενώ θα μπορούσε να είναι με οποιονδήποτε άλλο άνθρωπο στον κόσμο.
Θυμάμαι είχαν έρθει όλοι ένα βράδυ στο σπίτι μου, σπάνιο για μένα να έχω φίλους στο πατρικό μου. Οι γονείς μου δεν άφηναν περιθώριο για συναναστροφές, αυτός ήταν και ο λόγος που όταν "πάτησα" στα πόδια μου, δεν ξαναπάτησα στο πατρικό μου σπίτι.
Είχαν έρθει όλοι λοιπόν, χειμώνας ήταν, σταμάτησαν όλα τα μηχανάκια απέξω και χωθήκαμε στο παλιό σαλόνι. Οι γονείς μου συμπαθούσαν μόνο τον Γιώργο, εξαιτίας της γνωριμίας του πατέρα μου με την μαμά του, για τους άλλους ούτε λόγος, με μισό μάτι τους κοιτούσαν, μόνο τον Θάνο υπέμεναν κι αυτό επειδή τους τον είχα επιβάλλει με τον τρόπο μου.
Όση ώρα καθόμασταν και σαχλαμαρίζαμε, η μάνα μου έμπαινε κι έβγαινε, φοβόταν μην τυχόν και συμβεί κάτι, ο,τιδήποτε και ξεφύγει της αντίληψής της! Η ανάσα μας κοβόταν όταν άνοιγε ο πόρτα, ούτε λόγος για τσιγάρο και ποτό, κέρβερος στεκόταν η κυρα Φωτεινή πίσω από την πόρτα.
Μόνο ο Λευτέρης. Μόνο εκείνος την κοιτούσε με θάρρος, μόνο εκείνος δεν χαμήλωνε το βλέμμα του όταν εκείνη προσπαθούσε να επιβάλλει την παρουσία της στον χώρο και τις ζωές μας. 
Θάρρος το λέω εγώ, θράσος το ονόμαζε εκείνη. Δεν ήθελε ούτε στα μάτια της να τον βλέπει, μου το είπε κατάμουτρα εκείνο το απόγευμα.
Την άκουσε κι εκείνος, ήθελε να την ακούσει κι εκείνος ώστε να ντραπεί και να απομακρυνθεί. Την ήξερα καλά τη μάνα μου από τότε.
"-Μην την παρεξηγείς ρε. Κανένας γονιός δεν με θέλει, νομίζουν ότι είμαι αλήτης και δεν θέλουν να κάνω παρέα με τα παιδιά τους. Μην παρεξηγείς, εμένα πλέον δεν με νοιάζει."
Από εκείνο το απόγευμα, τον αγάπησα ακόμα περισσότερο. Τον θαύμασα πιο πολύ γιατί ενώ θα μπορούσε να αντιδράσει ακραία, δεν το έκανε. Ούτε το βλέμμα χαμήλωσε, ούτε είπε κάτι άσχημο για την γαϊδουρινή συμπεριφορά της μάνας μου.
Απλά, σταμάτησε να έρχεται στο σπίτι μου και δεν το έκανε για εκείνη. Για μένα το έκανε, για να μην έρχομαι σε δύσκολη θέση.
Μαζί του βέβαια σταμάτησαν να έρχονται και όλοι οι υπόλοιποι, αυτή ήταν η τιμή της παρέας του 3ου, αν δεν χωρούσε ένας, δεν χωρούσε κανένας!

Αυτή ήταν η παρέα μου, πολλά πολλά χρόνια πριν.
Μπορεί να μην ήμασταν κάθε μέρα μαζί, αλλά μας κρατούσε ένα μοναδικό δέσιμο που κρατάει μέχρι σήμερα.
Κι ας πέρασαν 29 ολόκληρα χρόνια....
Κι ας έφυγαν νωρίς οι περισσότεροι...

Αδέρφια μου.
Δεν σας ξεχνώ ποτέ.
Ο χρόνος για μένα σταμάτησε στις 25 Ιουλίου του 1995, τότε που η κακιά η ώρα σας πήρε μακριά μου...
Μου λείπετε κάθε μέρα.
Θα ανταμώσουμε ξανά και τότε κανείς δεν πρόκειται να μας χωρίσει!
Όλη η παρέα σ' ένα πάρτι μαγικό!!!


https://psihotherapia.blogspot.com/2022/07/blog-post_26.html
https://psihotherapia.blogspot.com/2017/07/22.html
https://psihotherapia.blogspot.com/2016/07/blog-post_28.html


Δευτέρα 10 Ιουνίου 2024

Την έλεγαν Βασιλική και ήταν 11 χρονών...

 


Την σκότωσε ο θείος της, σεσημασμένος παιδοβιαστής, καταδικασμένος για βιασμό ανηλίκου σε 9ετή κάθειρξη από το 2017.
Το ποινικό μας σύστημα τον απελευθέρωσε με μόνη του υποχρέωση να παρουσιάζεται στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής του.
Μια μέρα μετά τις  Ευρωεκλογές, αναρωτιέμαι τί θα πρέπει να σκεφτώ για το υποτιθέμενο κράτος που ζω.
Τα λόγια έχουν στερέψει, αναρωτιέμαι αν ακόμα και οι πράξεις είναι πλέον αρκετές για να γίνει αυτή η μη-χώρα, κατοικήσιμη για τις επόμενες γενιές.

Για τα παιδιά μας... 


Πέμπτη 18 Απριλίου 2024

Ξεθώριασαν... (Φεύγουν και χάνονται οι άνθρωποι φιλαράκι...)

 

Ξεθωριάζουν και φεύγουν και χάνονται οι άνθρωποι φιλαράκι, όχι γιατί πεθαίνουν, αλλά γιατί επιλέγουν να χαθούν.
Επιλέγουν να σε βάλουν στο περιθώριο, δεν τους κάνεις πια, πώς το λένε, δεν ταιριάζεις με τα “πρέπει”, τα “θέλω”, τα μέτρα και τα σταθμά τους.
Μην τους κακιώνεις, να τους ευγνωμονείς θα πρέπει που σου έδειξαν στην δύσκολη στιγμή ποιοι πραγματικά ήταν, πόσο λίγο σε υπολόγισαν, πόσο λίγο νοιάστηκαν για σένα, τόσο που η αγάπη τους δεν έφτασε ούτε για ένα απλό τηλεφώνημα, ένα μήνυμα απλό “Πού είσαι;”, “Τί κάνεις;”, “Έχεις ανάγκη;”, “Υπάρχεις;”, “Ζεις;”, “Πέθανες;”.
Μην απογοητεύεσαι.
Τους φίλους τους διαλέγεις, έρχονται και φεύγουν, άλλους τους βγάζεις στην άκρη γιατί σκάρτεψαν κι ας μεγαλώσατε μαζί, κι ας παίξατε τα ίδια παιχνίδια, κι ας μοιραστήκατε τσιγάρα και μηχανάκια και γκόμενες, κι ας κλάψατε μαζί έξω από την μπούκα του καραβιού που τους πήρε φαντάρους. Κι ας έψαχνες τα κέρματα στην τσέπη σου για να πληρώσεις τη δόση από το ρολόι που αγόρασες για να τους υποστηρίξεις με όση δύναμη είχες όταν άνοιξαν μαγαζί.
Τους συγγενείς τους στέλνει η συγκυρία, μια στιγμή και έγινε “το κακό”, γεννήθηκες δίπλα στον αδιάφορο, τον μοιχό που το παίζει οικογενειάρχης, τον σαχλαμάρα που δεν ανέχεται τα αστεία σου κι ας αστειεύεται με τα πάντα, αυτόν που κάποτε το έπαιζε αθλητής και κοιτώντας τα περιττά σου κιλά αντί να σε βάλει στο τριπάκι να σύρεις τα πόδια σου μπας και γλιτώσεις της χοληστερίνη και το ζάχαρο που κουβαλάς από τον παππού, μπας και σωθείς από το καρδιακό που πήρε τη γιαγιά μακριά εκείνο τον Δεκέμβρη τον καταραμένο, αντί να σε δει σαν άνθρωπο, σε άφησε να σέρνεσαι βήμα βήμα προς το τέλος, το μοιραίο, χωρίς να σε πάρει από το χέρι να σου δείξει το καλύτερο, αυτό που δεν μπόρεσε ποτέ εκείνος να γίνει.
Το μοιραίο”… Ωραία φράση όμως ε;
Αυτός ο ίδιος είναι που σε δίκασε επειδή αρνήθηκες “το μοιραίο” και αντί να κρύβεσαι πίσω από τις λέξεις και τις καταστάσεις, αποφάσισες να υψώσεις ανάστημα και να ζήσεις, αυτός που ζει τη μισή του ζωή κοιτώντας κάτω από τις φούστες κοριτσιών στα καφενεία και στα “μπαρ” ρωτώντας τον προαγωγό “πώς θα γίνει να την γαμήσουμε αυτήν”, αυτός ο ίδιος σε “δίκασε” που επέλεξες να είσαι καθαρός κι ας πονέσεις, που διάλεξες να δείξεις στα παιδιά σου ότι υπάρχει και ο άλλος δρόμος, αυτός της ξεκάθαρης επιλογής, χωρίς υπονοούμενα, χωρίς υποσημειώσεις, χωρίς να μπλέκονται στη ζωή σου ζωές άλλων, εξίσου καταθλιπτικών ανθρώπων που η αναπνοή τους δεν περισσεύει αλλά δεν το έχουν καταλάβει…
Σκληρά τα λόγια μου, ε;
Δεν με έχεις συνηθίσει έτσι φιλαράκι, αλλά να σου πώ κάτι;
Η αντιμετώπισή κάτι τέτοιων “συγγενών και φίλων” με έκανε έτσι, με έκανε σκληρό.
Να σου πώ και κάτι άλλο;
Καλύτερα.
Καλύτερα που ήρθαν έτσι τα πράγματα.
Καλύτερα που κατάλαβες τώρα με τί ανθρώπους είχες να κάνεις στη ζωή σου.
Καλύτερα που καθάρισες με τους σιχαμένους και πλέον, λευκό χαρτί ο περίγυρός σου και προχωράς μπροστά.

Δες το αλλιώς.
Περνάνε τα χρόνια.
Αλλάζουμε. Οφείλουμε να αλλάζουμε καθημερινά, για μας, για τα παιδιά μας, για τους πραγματικούς μας φίλους που θα είναι πάντα εκεί, όχι κοιτώντας μας στην τσέπη αλλά στην καρδιά. Για αυτούς και για τους συγγενείς που σηκώνουν το τηλέφωνο για να ακούσουν ένα τυπικό “Καλά” στην απάντηση “Τί κάνεις” που τελικά κάθε άλλο παρά προφανής είναι.

Κοίτα μπροστά σου.
Έχεις τα χρώματα, έχεις τα πινέλα, ζωγράφισε την Παράδεισο και μπες μέσα.*
Αν ζωγραφίσεις την κόλαση, δικό σου το λάθος, δική σου και η επιλογή!**



*Νίκου Καζαντζάκη: Ο Χριστός ξανασταυρώνεται.
**Buscaglia Leo: Να ζείς, να αγαπάς, να μαθαίνεις.


Τετάρτη 3 Απριλίου 2024

Οργή και μόνο... Πόσος θάνατος ακόμα περιμένει τις γυναίκες αυτού του κόσμου;

Δεν έχω να γράψω τίποτε.

Δεν υπάρχουν λόγια.
Διαβάζω ότι μια γυναίκα δολοφονήθηκε 100 μέτρα από ένα αστυνομικό τμήμα.
Εξοργίζομαι και ντρέπομαι, τί άλλο μπορώ να κάνω;