Τρίτη 19 Νοεμβρίου 2019

Στην Έδεσσα....

Όταν έχω στερέψει από απαντήσεις, γυρνώ το βλέμμα μου στη φύση.
Πάντα έχει κάτι να μου πει...


Στην Έδεσσα με αρκετό κρύο, πολλή υγρασία, χωρίς τρίποδο, τράβηξα σε λίγα λεπτά μερικές από τις πιο όμορφες φωτογραφίες που έχω τραβήξει στη ζωή μου.
Όταν αγαπήσεις κάτι, μένει να το εκφράσεις για να γίνει δικό σου!








Creative Commons License
Οι παραπάνω φωτογραφίες χορηγούνται με άδεια Creative Commons Attribution-NonCommercial-NoDerivs 3.0 Ελλάδα.

Τετάρτη 13 Νοεμβρίου 2019

Θεσσαλονίκη: η πόλη της καρδιάς μου...

Όχι λόγια, μόνο εικόνες για την πόλη που έχει μια θέση στην καρδιά μου, πλάι με το Ηράκλειο.













Θα επιστρέψω σύντομα.
Να συναντήσω ξανά τους καταπληκτικούς μου φίλους από κοντά!





Creative Commons License
Οι παραπάνω φωτογραφίες χορηγούνται με άδεια Creative Commons Attribution-NonCommercial-NoDerivs 3.0 Ελλάδα.

Τρίτη 12 Νοεμβρίου 2019

Μην ελπίζεις τίποτα....

"Δεν ελπίζω τίποτα.
Δεν φοβάμαι τίποτα.
Είμαι λεύτερος."
Μου πήρε πολλά χρόνια να καταλάβω το πραγματικό νόημα αυτής της φράσης που είναι χαραγμένη στον τάφο του μεγάλου μας δάσκαλου.


Δεν ελπίζω τίποτα:
Η ελπίδα καταστρέφει την κίνηση. Την δράση. Όσοι ζουν αποκλειστικά με την ελπίδα δεν κάνουν τίποτα για να αποκτήσουν  ό,τι ποθούν.
Περιμένουν απλά με ένα τρόπο μαγικό να πέσει το "επιθυμητό" στα πόδια τους, να πέσουν τα κάστρα, να γεμίσει η αγκαλιά τους.
Παράτα την ελπίδα!
Σήκω και πιάσε τη ζωή απ' τα μαλλιά!
Κάνε κάτι.
Δράσε!
Διαφορετικά η ελπίδα θα σε κρατάει μια ζωή δέσμιο των πεποιθήσεών σου.


Δεν φοβάμαι τίποτα:
Ειλικρινά, δεν έχεις τίποτε να φοβηθείς παρά την στασιμότητα. Αυτός είναι ο μόνος βέβαιος θάνατος.
Φοβάσαι τις συνέπειες;
Γιατί; Αν δεν δράσεις, πώς γνωρίζεις ποιές θα είναι;
Φοβάσαι να σηκωθείς και να υψώσεις το ανάστημά σου απέναντι στους άλλους;
Μάλλον εκείνοι θα πρέπει να φοβούνται αν το κάνεις τελικά.
Φοβάσαι τον εαυτό σου;
Αυτός μάλιστα! Είναι το μεγαλύτερο θεριό!
Όρτσα και κόψτου το κεφάλι!
Θα φυτρώσει άλλο στη θέση του, καλύτερο, πιο μυαλωμένο, γεμάτο εμπειρίες και δυνάμεις!

Πάψε να ελπίζεις χωρίς να πράττεις!
Πάψε να φοβάσαι τις συνέπειες χωρίς να γνωρίζεις ποιές μπορεί να είναι!
Κάνε κάτι!
ΔΡΑΣΕ που να πάρει!


Λευτερώσου....

Σάββατο 9 Νοεμβρίου 2019

Το βάθρο μου...


Με ρωτάς γιατί τρέχω Μαραθώνιο.
Με ρωτάς τί είναι αυτό που μου απορροφάει τη μισή ζωή, που με κρατάει μακριά από εκείνα που εσύ ονομάζεις διασκέδαση, από το ποτό, το ξενύχτι, τις καταχρήσεις, το φαγητό.
Με ρωτάς τί τρέλα είναι αυτή που με πιάνει και σηκώνομαι από το κρεβάτι μου πριν ξημερώσει, χειμώνα καλοκαίρι, με ζέστη και κρύο και βγαίνω στο δρόμο για να τρέξω, να προετοιμαστώ, να προπονηθώ.
Με ρωτάς γιατί εξακολουθώ να το κάνω αφού δεν πρόκειται ποτέ να γίνω δρομέας επιδόσεων αφού δεν πρόκειται ποτέ να τερματίσω σε λιγότερο από 4 ώρες.
Για να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους, άκου κάτι που έχω να σου πω.
Ο Μαραθώνιος είναι η κραυγή που βγαίνει μέσα από την ψυχή μου και φτάνει μέχρι τον ουρανό. Αυτή είναι η προσευχή μου, η παράκλησή μου στο Θεό.
Δεν υπάρχει άλλος τρόπος να βγάλω αυτή  την κραυγή παρά μόνο να τρέξω, να εξαντληθώ, να φτάσω στα όριά μου.
Η κραυγή μου απλώνεται παντού και ουρλιάζει:

Υπάρχω
Είμαι εδώ
Επιλέγω
Ζω.

Είναι η απόδειξη που έχω ανάγκη να δώσω στον εαυτό μου πως είμαι ικανός, φτάνει να το θελήσω και να το πιστέψω, να κάνω τα πάντα.
Πως το κορμί μου πειθαρχεί στις επιθυμίες μου και ακολουθεί τις προσταγές του μυαλού μου.
Είναι το σημείο αναφορά για μένα πως, αν πάψεις τα ευχολόγια και τις προσδοκίες, μπορείς να μετακινήσεις βουνά, να πιάσεις τον βράχο και να τον στίψεις.
Αυτό είναι ο Μαραθώνιος για μένα.
Το κυνήγι των επιδόσεων είναι για άλλους, εγώ απλά θέλω να τρέχω με το κεφάλι ψηλά, να τερματίζω χαμογελαστός και να κλαίω με το μετάλλιο στον λαιμό μου θέλοντας να αγκαλιάσω όποιον βρίσκεται μπροστά μου...

Αυτό είναι το βάθρο μου...

Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2019

Πόπη...



Κάποια μέρα, κάποιος θα πρέπει να μιλήσει για αυτή την γυναίκα. Κάποιο στόμα θα πρέπει να ανοίξει, να την μνημονεύσει. Να εξηγήσει τις πράξεις που όλοι της προσάπτουν.
Να τη δικαιώσει.
Ήταν η Πόπη, η αδερφή του πατέρα μου.
Κανείς δεν μου έχει μιλήσει γι’ αυτήν.
Ποτέ, όλα τα στόματα παρέμεναν πάντα ερμητικά κλειστά.
Ο παππούς και η γιαγιά έστρεφαν το κεφάλι τους από την άλλη όταν τους ρωτούσα «-Ποια είναι αυτή;» κοιτώντας την ασπρόμαυρη φωτογραφία στον τοίχο.
Ο παππούς, σκληρός άνθρωπος, από οργή και απέχθεια.
Η γιαγιά, από πόνο για το χαμένο παιδί και από τον φόβο της οργής του «γέρου».
Ο πατέρας μου ποτέ δεν μίλησε για εκείνη, ούτε μια λέξη δεν τον έχω ακούσει να προφέρει. Μόνο όταν κάποιες φορές θυμάται τα παιδικά του χρόνια, γελάει με νοσταλγία σαν μας λέει την ιστορία για την αδερφή του που την πείραζε διαρκώς κι εκείνη του πέταξε ένα ψαλίδι!
Και μετά, αλλάζει κουβέντα και σκοτεινιάζει πάλι…. Λες και η θύμησή της ακόμα είναι αμαρτία. Λες και στο αίμα του είναι πια γραμμένο πως θα πρέπει να ξεχάσει κι ας αδυνατεί, την μεγάλη του αδερφή.
Τη μόνη που όταν των κοιτάζω στις λιγοστές ασπρόμαυρες φωτογραφίες που υπάρχουν, θαρρώ πως βλέπω εκείνον. Τα μάτια του, τα μαλλιά του τα κυματιστά, τα πυκνά του φρύδια, τα χείλη του.
Τα χείλη μου.
Το γέλιο της είμαι σίγουρος, τράνταζε τη γης, άνοιγε το στόμα της διάπλατα για να γελάσει λες και γελούσε όλη της η ψυχή και ο αέρας έψαχνε διέξοδο για να μην πλαντάξει από τη χαρά! Φαίνεται καθαρά αυτό σε μια άλλη φωτογραφία, κάθεται σε μια καρέκλα με ένα μικρό παιδάκι στην ποδιά της, γελάει με το στόμα ανοικτό και τα μάτια της λάμπουν από ευτυχία…
Και μετά;
Μετά τι;
Τα στόματα είπαμε, δεν ανοίγουν.
Κάποτε η μάνα μου τρίκλισε πως η θεία πέθανε από περιτονίτιδα, ένα ψίθυρος που πιο ψεύτικος δεν θα μπορούσε να είναι.


Τι έγκλημα λοιπόν έκανε η Πόπη;
Το μέγιστο υποθέτω για την εποχή της.
Ερωτεύτηκε.
Τον λάθος άνθρωπο; Μπορεί.
Ποιος μπορεί να κρίνει την καρδιά του ανθρώπου;
Δεν έκανε κακό σε κανέναν άλλο παρά τον εαυτό της. Βρέθηκε δακτυλοδεικτούμενη σε μια κλειστή κοινωνία που δεν γνώριζε παρά να «κρίνει» και να «χαρακτηρίζει», μόνη από υποστήριξη με ένα παιδί εκτός γάμου στα σπλάχνα της.
Ο κόσμος τότε όπως και σήμερα υπήρξε αδυσώπητος. Όλοι κοιτούσαν ελάχιστα πέρα από την μύτη τους και έψαχναν για εξιλαστήρια θύματα που θα σήκωναν το βάρος της ενοχής και του καθωσπρεπισμού που κουβαλάμε όλοι από την ώρα που αρχίζουμε να νοιώθουμε την κρύα ανάσα αυτού του κόσμου.
Την ανάσα της υποκρισίας που ξέσπασε πάνω στην οικογένεια του παππού μου και τον ανάγκασε, από νοικοκύρης, μυλωνάς ήταν στο χωριό, να ξεσπιτωθεί με την οικογένειά του και να έρθει στο Ηράκλειο για να προσπαθήσει με πέντε παιδιά και μια κόρη που εγκυμονούσε ένα νόθο παιδί, να ξεκινήσει μια καινούργια ζωή.
Το βάρος της επιβίωσης τα επόμενα χρόνια έπεσε πάνω στην Πόπη.
Έκανε κάθε δουλειά που περνούσε από το χέρι της, ήταν μοδίστρα, έκανε την παραδουλεύτρα. Έκανε τη δασκάλα της ραπτικής στα παιδιά της γειτονιάς. Αγωνίστηκε.
Μαθήτριά της ήταν η μάνα μου, έτσι γνωρίστηκαν με τον πατέρα, από μικρά παιδιά μαζί.
Ό,τι κέρδιζε η Πόπη από τη δουλειά της, το έδινε στο σπίτι. Για την επιβίωση, για να προικιστούν οι αδερφές της, για να ξεφύγουν εκείνες από το στίγμα, να παντρευτούν, να κάνουν οικογένεια.
Προσπαθούσε να μεγαλώσει το παιδί της απέναντι στην οργή και την προκατάληψη του παππού που, προφανώς τους θεωρούσε και τους δύο ένοχους που η ζωή όλων είχε πάρει λάθος δρόμο.
Συνέχισε να βλέπει τον άνθρωπο που είχε αγαπήσει, εκείνον που τελικά αναγνώρισε το παιδί αλλά δεν την παντρεύτηκε ποτέ.
Έμεινε ξανά έγκυος. Κανένας δεν ήθελε αυτή την εγκυμοσύνη.
Προσπάθησε να την διακόψει.
Για να μην έχει ο κόσμος να λέει.
Ήταν αυτή η καταραμένη εποχή που ένα ακόμα παιδί εκτός γάμου να τους είχε αλλάξει ξανά τη ζωή.
Ήταν η εποχή που οι υποδομές υγείας ήταν λιγότερο από υποτυπώδεις.
Που οι εκτρώσεις ήταν παράνομες.
Που τα «παράνομα» νυστέρια δεν ήταν αποστειρωμένα…
Η Πόπη χάθηκε, όχι από περιτονίτιδα.
Η θεία Πόπη χάθηκε γιατί αγάπησε.
Τον λάθος άνθρωπο;
Ίσως.
Την λάθος εποχή;
Η εποχή εκείνη ήταν σίγουρα πέρα για πέρα λάθος, από πολλές απόψεις.


Το πέπλο του χαμού της Πόπης έπεσε βαρύ στην οικογένεια. Δεν ξέρω αν ήταν αυτή καθεαυτή η απώλεια ή ο τρόπος που χάθηκε.
Ο παππούς εξαντλούσε την σκληρότητά του πάνω στο παιδί της. Εύχομαι οι ιστορίες που έχω ακούσει κατά καιρούς από τον ίδιο τον ξάδερφό μου να ήταν ψέματα, όμως είναι ένας άνθρωπος που μεγάλωσε μόνος, κυνηγημένος από την μοίρα και από συγγενείς. Και αν επιβίωσε ήταν γιατί στο αίμα του έρρεε και ρέει το αίμα της μάνας του.
Λίγο καιρό μετά τον θάνατο της Πόπης, έφυγε άλλη μια αδερφή του πατέρα μου η Φλουρή.
Το μαύρο και το γκρίζο σκέπασαν για πάντα το σπιτικό τους, η γιαγιά μέχρι το θάνατό της έπασχε από κατάθλιψη ενώ ο πατέρας μου ήταν ίσως αυτός που πλήρωσε το μεγαλύτερο τίμημα για τα δεινά που είχε υποστεί μέσα σε λίγα χρόνια η πατρική του οικογένεια. Ευαίσθητος, ταπεινός, μόνιμα καταθλιπτικός,  το μόνο αρσενικό παιδί στην οικογένεια, κράτησε πάντα απόσταση από τον πατέρα του που, ίσως φοβόταν, ίσως θεωρούσε υπεύθυνο για την τροπή που είχαν πάρει τα πράγματα.
Η θλίψη από τον θάνατο των αδερφών του, η «ντροπή» για την Πόπη δεν σταμάτησαν ποτέ να τον ταλαιπωρούν, το φανερώνει το βλέμμα του όταν ακόμα και σήμερα η συζήτηση γυρνάει στα χρόνια εκείνα.
Πριν μερικές μέρες τον ρώτησα «-Πώς πέθανε η αδερφή σου μπαμπά;», σκοτείνιασε, χαμήλωσε τα μάτια. Κατέφερε να πάρει ανάσα μόνο όταν του διευκρίνισα πως αναφερόμουν, όχι στην Πόπη, αλλά στη Φλουρή.
Θυμάμαι χρόνια πριν βρεθήκαμε μαζί στο κοιμητήριο για μια τελετή. Η θεία μου μας έδειξε στο οστεοφυλάκιο τα οστά της γιαγιάς και δίπλα σε ένα άλλο μεταλλικό κασελάκι, δίπλα-δίπλα, τα οστά της Πόπης και της Φλουρής. Γύρισα την πλάτη, βγήκα από το δωμάτιο και όταν τον αναζήτησα με το βλέμμα για να μπούμε στο αυτοκίνητο, τον είδα να με ακολουθεί έχοντας ξεσπάσει σε λυγμούς. Ήταν η πρώτη φορά που είδα τον πατέρα μου να κλαίει…


Κάθομαι εδώ και μέρες και κοιτάζω τις φωτογραφίες της.
Πόσο νέα, πόσο όμορφη.
Νοιώθω πως στο πρόσωπό της βλέπω το δικό μου. Βλέπω έναν δικό μου άνθρωπο.
Πόσο θα ήθελα να μπορούσα να της μιλήσω, να μου μιλήσει, να κουβεντιάσουμε.
Να μου πει για την ζωή που έζησε.
Να μου πει για τον έρωτα, για το γέλιο, για τη χαρά.
Να την ρωτήσω αν θα άλλαζε κάτι  από εκείνα που έχασε μ’ αυτά που πρόλαβε να ζήσει.


Είμαι σίγουρος πως αν ζούσε σήμερα η Πόπη, θα ένοιωθε απόλυτα δικαιωμένη.
Για την ζωή και τις επιλογές της.
Για τον τρόπο που αγάπησε.
 



Τρίτη 22 Οκτωβρίου 2019

Ερωτικό...

Αποτέλεσμα εικόνας για glass rain


Αυτά τα μελαγχολικά πρωινά του φθινοπώρου που ο Ήλιος παλεύει με τη συννεφιά σε αγώνα, άγονο, φέρνω πάντα στο μυαλό μου ένα ποίημα του Τάσου Λειβαδίτη που διάβασα για πρώτη φορά πριν από πολλά χρόνια...
Τότε που, όταν έπεφταν τα πρωτοβρόχια καθόμουν με τις ώρες στην παλιά τζαμαρία του πατρικού μου να κοιτάζω τον δρόμο, μην γνωρίζοντας τί περιμένω να δω, μην συνειδητοποιώντας τί με μαγεύει στην στιγμή.
Τότε που η μελαγχολία από τις σταγόνες που έτρεχαν χωρίς να με ξεπλένουν έκανε την καρδιά μου να χτυπάει, τα χέρια μου έδιωχναν την παγωνιά και ένοιωθαν το παγωμένο τζάμι να γίνεται κορμί, ανάσα, παλμός...
Ήλιος - συννεφιά.
Παγωνιά - ζεστασιά.
Ανάσα - τέλος.
Πάντα γνώριζα το αποτέλεσμα.
Αυτό όμως δεν με εμπόδισε ποτέ να ζήσω...

"...Ναι αγαπημένη μου. Πολύ πριν να σε συναντήσω, εγώ σε περίμενα.
Πάντοτε σε περίμενα. Σαν ήμουνα παιδί και μ' έβλεπε λυπημένο η μητέρα μου, έσκυβε και με ρωτούσε: τι έχεις αγόρι μου; Δε μίλαγα. Μονάχα κοίταζα πίσω απ' τον ώμο της έναν κόσμο άδειο από σένα, και καθώς πηγαινόφερνα το παιδικό κοντύλι ήταν για να μάθω να σου γράφω τραγούδια.
Όταν ακούμπαγα στο τζάμι της βροχής ήταν που αργούσες ακόμα.
Όταν τη νύχτα κοίταζα τ' αστέρια ήταν γιατί μου λείπανε τα μάτια σου.
Κι όταν χτύπαγε η πόρτα μου κι άνοιγα δεν ήτανε κανείς. Κάπου όμως μες στον κόσμο ήταν η καρδιά σου που χτυπούσε.
Έτσι έζησα, πάντοτε.
Κι όταν βρεθήκαμε για πρώτη φορά, θυμάσαι; Μου άπλωσες τα χέρια τόσο τρυφερά σα να με γνώριζες από χρόνια. Μα και βέβαια με γνώριζες. Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωή μου, είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρά μου, αγαπημένη μου...
Αλήθεια εκείνη η άνοιξη, εκείνο το πρωινό, εκείνη η απλή κάμαρα της ευτυχίας, αυτό το σώμα σου που κράταγα πρώτη φορά γυμνό, αυτά τα δάκρυα που δε μπόρεσα στο τέλος να κρατήσω, πόσο σου πήγαιναν.
Κι ύστερα ξαφνικά εκείνο το βράδυ... έβρεχε. Ανέβηκα τέσσερα-τέσσερα τα σκαλιά, κανείς στην κάμαρα. Έτρεμε στ' ανοιχτό παράθυρο η κουρτίνα. "Φεύγω, μη ζητήσεις να με βρεις", έγραφε. Η χτένα της ξεχασμένη πάνω στο τραπέζι ανάμεσα στις χυμένες πούδρες, σαν ένα μικρό παιδικό φέρετρο μέσα στη σκόνη.
Πού είσαι λοιπόν; πες μου, πού είσαι;
Σ' αναζητάω σαν τον τυφλό που ψάχνει να βρει το πόμολο της πόρτας σ' ένα σπίτι που 'πιασε φωτιά.
Τις νύχτες σηκώνομαι αλαφιασμένος, ντύνομαι και σε περιμένω. Δε θα χτυπούσες καν την πόρτα. Θα πέταγες με βιάση το παλτό σου στην καρέκλα. Η κάμαρα όλη θα λιποθυμούσε όπως θα 'λυνες ξαφνικά εκείνα τ' ασύγκριτα τυραννικά μαλλιά σου. Η παλιά ντουλάπα θα 'τρεχε και σαν μια ταπεινή υπηρέτρια θα σου 'βγαζε τα παπούτσια. Θα γελούσαν οι καθρέφτες, θα ξυπνούσαν οι γείτονες... Όλα έχουν μείνει όπως τα 'φησες θα σου 'λεγα.
Κι η χτένα σου, να τη εκεί. Η μαύρη μεγάλη χτένα σου, σαν ένας έρημος κατασκότεινος δρόμος που τον περνάω κάθε νύχτα.
Άσε με τώρα να κοιτάζω τα παράθυρά σου ξέροντας πως μέσα ένας άλλος σε παίρνει. Ένας άλλος βυθίζεται μες στη μεγάλη σου άνοιξη.
Εγώ και ποδοπατημένη από χιλιάδες άντρες σ' αγαπώ.
Άσε με εδώ στη γωνιά, δεν πειράζει ας χιονίζει.
Αυτό το μικρό τετράγωνο φως που ρίχνει το παράθυρο σου πάνω στο χιόνι, εμένα είναι ο κόσμος μου.
Δε θα σου πω τίποτα μόλις βγεις. Θα περπατάω δίπλα σου αμίλητος, κι αν αυτό σε πειράζει μπορώ να 'ρχομαι πίσω σου σα σκυλί.
Κι όταν πεθάνω, το χώμα που θα με σκεπάσει δε θα 'ναι για μένα το σκληρό χώμα των νεκρών, μα η απαλή τρυφερή γη, που κάποτε πλαγιάσαμε γυμνοί πάνω της.
Ποδοπάτησέ με να 'χω τουλάχιστον την ευτυχία να μ' αγγίζεις...."


Τάσος Λειβαδίτης "Ερωτικό"
https://youtu.be/2JOZEqWnRyM