Σάββατο, 28 Απριλίου 2018

Ερείπια...


Εδώ και κάμποσες μέρες κάθομαι μπρος από το πληκτρολόγιο και προσπαθώ να λεκτικοποιήσω ένα συναίσθημα που νοιώθω από παιδί αλλά δεν τα καταφέρνω...
Κάθησα πάλι σήμερα μπρος από την οθόνη και βλέπω τον κέρσορα να αναβοσβήνει σε λευκό φόντο και δεν μπορώ να σταυρώσω λέξη.
Γράφω, σβήνω εκφράσεις, τίποτα δεν μένει στη θέση του και πάλι γίνεται λευκή η σελίδα, όλα σκουπίδια, τίποτα δεν κολλάει με αυτό που νοιώθει η ψυχή μου...
Ψυχή... Αυτή είναι η λέξη που ξεκλειδώνει τα πάντα...
Ψυχή όχι με την έννοια που την ερμηνεύουν οι περισσότεροι του "αόρατου" που μας κρατά στη ζωή, αλλά σαν αυτό που μας κρατά δέσμιους του "είναι", του "θέλω" και του "πρέπει". Ψυχή σαν θλίψη, σαν φυλακή της καρδιάς. Σαν τις αλυσίδες που κρατούν το σώμα για να μην πραγματοποιήσει το ποθητό, αυτό που θα το ελευθερώσει.
Η ζωή είναι σαν την προηγούμενη παράγραφο. Απλή και συνάμα μπερδεμένη.
Όμορφη αλλά και σκληρή σαν την αλήθεια.
Ευτυχώς που είναι μπερδεμένη γιατί δεν θα ήταν όμορφη.
Άλλο τόσο ευτυχώς που είναι σκληρή γιατί δεν θα ήταν αληθινή, δεν θα ήταν γλυκιά και θα την αφήναμε να γλιστήσει μέσα από τα δάχτυλά μας σαν το νερό της βρύσης.

Μεγάλωσα σε μια πόλη γεμάτη πανέμορφα κτίρια ερειπωμένα από την εγκατάλειψη, γι' αυτό και στο μυαλό μου συνώνυμο της ομορφιάς αλλά και της εγκατάλειψης είναι τα ερείπια....
Απο μικρός έμαθα να αγαπώ την εγκατάλειψη. Από παιδί όταν ξεκίνησα να διαβάζω τα πρώτα μου βιβλία για το Ηράκλειο, έβλεπα τα παλιά κτίρια σαν ζωντανούς οργανισμούς που ήθελαν να μιλήσουν, να πουν ιστορίες από το παρελθόν τους, να περιγράψουν χαρές και λύπες, χαμόγελα και δάκρυα που πότισαν τα πατώματά τους. Που πονούσαν και ούρλιαζαν με την κακομεταχείριση, την αδιαφορία, την εγκατάλειψη...
Έρχονταν νύχτες που στα όνειρά μου άνοιγαν οι βαριές καστρόπορτες των τειχών, άναβαν στο εσωτερικό των στοών τους δάδες με κατακίτρινο φως και τα περάσματά τους γέμιζαν ζωή, παλιούς καστρινούς και στρατιώτες, νύχτες καλοκαιρινές με άρωμα γιασεμί και κόσμο να χαμογελάει και να χορεύει με σκοπούς από άλλες εποχές!
Όνειρα που παρακαλούσα να μην τελειώσουν, όνειρα που μοιάζαν τόσο οικεία και ζωντανά, που με αγκάλιαζαν όπως το κόκκινο κουβερτάκι της μάνας μου όταν ήμουν μωρό, που γέμιζαν τα ρουθούνια μου με το άρωμα του γιασεμιού από το βαρέλι στην αυλή του πατρικού μου στην παιδική μου ηλικία....


Η μόνη μας πατρίδα είναι η παιδική μας ηλικία, διάβασα κάπου.
Πόσο αλήθεια!
Όσο περνούν τα χρόνια συνειδητοποιώ πως ένα από τα λίγα πράγματα που ενώνουν το σήμερα με την παιδική μου ηλικία είναι αυτά τα ερείπια που γερνάνε μέρα με τη μέρα μαζί μου.
Η αγάπη και η ενασχόλησή μου με αυτά είναι από τα ελάχιστα που έχω κρατήσει αναλλοίωτα μέσα μου, δεν είναι τυχαίο πως τις μέρες που ξεστρατίζω από το μονοπάτι της ζωής, εκείνα τα όνειρα της παιδικής μου ηλικίας έρχονται και πάλι στο νου και ζωντανεύουν.
Τότε που τα αρχοντικά της οδού 25ης Αυγούστου γεμίζουν ξανά ζωή, τότε που οι καστρόπορτες κιτρινίζουν από το φως, τότε μόνο η ψυχή μου γαληνεύει, τότε μόνο σπάνε τα δεσμά, τα όρια παύουν να υπάρχουν και το όνειρο γίνεται γλυκό σαν το χαμόγελο της Μαρίας, όμορφο σαν τα μάτια του Στέφανου....
Σαν τη ζωή που όσο σκληρή και δύσκολη κι αν φαντάζει κάποιες φορές, δεν παύει ποτέ να δίνει το περιθώριο να τη λατρέψουμε γι' αυτό που είναι.














Creative Commons License
Οι παραπάνω φωτογραφίες χορηγούνται με άδεια Creative Commons Attribution-NonCommercial-NoDerivs 3.0 Ελλάδα.