Τρίτη, 15 Μαΐου 2018

Βαγγέλης....


Φώτο από το www.singleparent.gr
 Στο 39ο Δημοτικό Σχολείο Ηρακλείου που πέρασα τα πρώτα μαθητικά μου χρόνια, υπήρχε μια παράξενη ιεραρχία. Λόγω της φιλοξενίας του ιδρύματος σε ένα κτίριο που μόνο για σχολείο δεν προοριζόταν, υπήρχε μια εσωτερική σκάλα που οδηγούσε σε δύο αίθουσες στον πρώτο όροφο που ήταν, τόσο επικίνδυνη που υπήρχε ο άγραφος κανόνας στις δύο τάξεις αυτού του επιπέδου να φοιτούν παιδιά μόνο στην Πέμπτη και Έκτη τάξη. Οι δάσκαλοι είχαν την ελπίδα πως εκείνα θα κουβαλούσαν αρκετό μυαλό μέσα στο κεφάλι τους ώστε να μην σκοτωθούν σε κάποιο διάλειμμα.
Λόγω του άτυπου αυτού διαχωρισμού, μόλις ένα παιδί τέλειωνε την Τετάρτη τάξη και "ανέβαινε" την σκάλα, ένοιωθε λες και άλλαζε επίπεδο, λες και αποκτούσε περισσότερη αξία στον σχολικό μικρόκοσμο. Μια χαζομάρα ήταν βέβαια όλο αυτό, για ποιό επίπεδο μπορείς να κουβεντιάσεις μέσα σε ένα κτίριο που χτίστηκε για να γίνει σπίτι και στέγασε ένα σχολείο από καθαρή ανάγκη, χωρίς πόσιμο νερό, με τις πιο βρώμικες τουαλέτες που θα μπορούσαν να υπάρξουν ποτέ και μάλιστα δίπλα ακριβώς στις εισόδους των αιθουσών διδασκαλίας, χωρίς την ύπαρξη αυλής, χωρίς τις υποτυπώδεις υποδομές... Μόνο το φιλότιμο του διδακτικού προσωπικού ήταν αυτό που κρατούσε την καθημερινότητα του σχολείου μας σε ανεκτά επίπεδα.
Ήμουν στην Πέμπτη δημοτικού, ο δάσκαλός μας ήταν από το Οροπέδιο Λασιθίου, "εκπαιδευτικός" παλιάς κοπής, μας ξυλοφόρτωνε με κάθε ευκαιρία χρησιμοποιώντας τη... συλλογή του από ξυλόβεργες που στόλιζε δεξιά κι αριστερά τον πίνακα. Την εποχή εκείνη, όχι παλαιότερα από το 1987, το ξύλο στα Δημοτικά Σχολεία ήταν "παιδαγωγική" μέθοδος, ό,τι είχε απομείνει από τις πρακτικές που εφαρμόζονταν στις δεκαετίες του 1960 και 1970 οι αυταρχικοί "δάσκαλοι", πραγματικοί βασανιστές των παιδιών. Η γενιά μου ευτυχώς ήταν η τελευταία που ανέχτηκε αυτή τη βαρβάρότητα που εξαφανίστηκε όταν και η τελευταία φουρνιά δασκάλων όπως εκείνος που είχα στην Πέμπτη Δημοτικού, αποφάσισε να μας αδειάσει τη γωνιά και να χαρεί τα χρόνια της συνταξιοδότησης.
Πρέπει να είχε προχωρήσει μέχρι τα μισά του το πρώτο τρίμηνο όταν ήρθε ο Βαγγέλης ουρανοκατέβατος ένα πρωί στην τάξη μας. Ο δάσκαλος μάς τον παρουσίασε σαν νέο μαθητή από μεταγραφή χωρίς ίχνος συναισθήματος, χωρίς καμία υπόδειξη για την υποδοχή κι αποδοχή του και όρισε τη θέση του δίπλα στη δική μου μιας κι εγώ καθόμουν στο τελευταία θρανίο μονάχος, για να μπορώ να κοιτάζω την ώρα του μαθήματος τη Φιλιώ.
Φορώντας μια φόρμα, χωρίς τσάντα, με τα ρούχα του να ξεχειλίζουν γύρω από τον παντελόνι, δεν μπορώ να πω πως ευχαριστήθηκα ιδιαίτερα με την παρουσία του δίπλα μου. Όλοι οι υπόλοιποι μέσα στην τάξη είχαμε μεγαλώσει μαζί, στους ίδιους δρόμους, στις ίδιες γειτονιές. Ο Βαγγέλης δίπλα μας ένοιαζε ένας ξένος, παρείσακτος. Τη δυσκολία της αποδοχής του ενίσχυε ο ίδιος με το κάθετί έκανε. Μιλούσε φωναχτά, έβριζε ασταμάτητα με κάθε ευκαιρία, ενώ η φωνή του είχε ένα χαρακτηριστικό σφύριγμα που συνόδευε κάθε φράση, ένδειξη άγχους πρέπει να ήταν τώρα που το σκέφτομαι, που την καθιστούσε εκνευριστική.
Πέρασε καιρός προκειμένου να μπορέσουμε να τον αποδεκτούμε τα υπόλοιπα αγόρια της τάξης και πάλι όμως τον κρατούσαμε σε απόσταση, ήταν και ο ίδιος απόμακρος, πάντα με βλέμμα απλανές, πάντα προβληματισμένος. Και πάντα αδιάβαστος... Ο δάσκαλος τον χτυπούσε διαρκώς για να τον συνετήσει (η "παιδαγωγική" που ανέφερα πριν...) αλλά εγκατέλειψε κάποια στιγμή την προσπάθεια όταν κατάλαβε πως άδικος ήταν ο κόπος του, άδικα έσπαγε τις βέργες του στις παλάμες του άμοιρου Βαγγέλη.
Ένα από τα πράγματα που έχω κάνει στη ζωή μου και για τα οποία ντρέπομαι είναι ένα βάρβαρο "παιχνίδι" που είχαμε εφεύρει για να πειράζουμε τον Βαγγέλη. Όταν σαν "μεγάλοι" που ήμασταν ο διευθυντής του σχολείου μας ανέθετε να αδειάσουμε το μεταλλικό βαρέλι της αυλής με τα σκουπίδια στον κάδο απορριμάτων του δρόμου, πάντα μα πάντα "από λάθος" δήθεν απρόσεκτα ρίχναμε το βαρέλι μέσα στον κάδο... και πάντα βάζαμε τον Βαγγέλη να μπαίνει μέσα σ' αυτόν και να το βγάζει έξω. Αναρωτιέμαι σήμερα πώς είναι δυνατόν να γελάει σαν ηλίθιος ένας 10 χρονος με αυτό το θέαμα... Και πώς είναι δυνατόν ένας άλλος, το θύμα, να μην κρατάει ποτέ κακία.
Όλοι οι συμμαθητές από το 39ο δημοτικό συνεχίσαμε μαζί στην πρώτη γυμνασίου. Κάποιοι δεν συνέχισαν στην δεύτερη τάξη, μεταξύ τους και ο Βαγγέλης. Δεν τα έπαιρνε τα γράμματα. Βαριόταν να μελετήσει. Ήταν μια περίπτωση παιδιού που σίγουρα χρειαζόταν άλλου είδους στήριξη για να μπορέσει να φοιτήσει στο σχολείο, κάτι που μπορεί να είναι αυτονόητο στις μέρες μας αλλά τότε δεν υπήρχαν οι υποδομές για να γίνει. Μία από τις τελευταίες φορές που τον θυμάμαι σαν συμμαθητή μου, ήταν περίπου στα μέσα της χρονιάς. Είχε τσακωθεί με τον Ανδρέα, τον "νταή" της τάξης μας. Είχαν λογοφέρει την ώρα του διαλείμματος και ο Ανδρέας του είχε πει να βρεθούν αφού σχολούσαμε για να λύσουν τις διαφορές τους με τα χέρια. Τρόμαξα, μίλησα στον Βαγγέλη, είχε άγνοια κινδύνου. Προσπάθησα να συνετίσω τον Ανδρέα.
"-Ξεκόλλα ρε, δεν το βλέπεις το παλικάρι που δεν νοιώθει; Κάνε πίσω".
Ανένδοτος εκείνος, ήθελα να κάνει επίδειξη ανδρισμού μέσα από κάποιον αδύναμο.
"-Θα του σπάσω τα μούτρα".
Δεν έκανε κανείς από τους δυο του πίσω, βρέθηκαν στην αυλή μετά το τέλος των μαθημάτων και ξεκίνησαν τον καυγά. Λίγο πριν συμβεί κανένα κακό, μας είδε έτσι μαζεμένους ένας καθηγητής που κατευθυνόταν στο αυτοκίνητό του και η παράσταση έλαβε τέλος...
Χαθήκαμε με τον Βαγγέλη για δυο-τρία χρόνια, εγώ συνέχισα το σχολείο, εκείνος το παράτησε και έπιασε δουλειά σε μια φρουταγορά κοντά στο πατρικό μου. Τον συνάντησα ξανά όταν ήμουν στην πρώτη τάξη του Λυκείου. Περνούσα τακτικά εκείνη την εποχή δίπλα από την φρουταγορά που δούλευε καθώς έκανα "ερωτικά" περάσματα από ένα σπίτι εκεί δίπλα.
Κάποιες φορές σταμάτησα και πιάσαμε την κουβέντα, παρέμενε ο ίδιος όπως τότε. Φωνακλάς, με μια βρισιά μόνιμα στην άκρη των χειλιών του, με άγνοια κινδύνου, ίδιος και απαράλλακτος.
Με τα χρόνια χαθήκαμε εντελώς. Αλλού εγώ, εκείνος πάντα στο ίδιο κατάστημα, στο ίδιο πόστο.
Τον συνάντησα πριν απο μια δεκαριά χρόνια τυχαία και πάλι στο δρόμο. Τρόμαξα, μου φάνησε γερασμένος, λες και ήταν ο ίδιος Βαγγέλης αλλά φορούσε ένα ξένο κοστούμι με το δέρμα ενός ηλικιωμένου. Έπρωχνε ένα μεταλλικό καρότσι. Του κούνησα το χέρι για να τον χαιρετίσω, δεν θυμάμαι να αντέδρασε.
Την τελευταία φορά που τον είδα ήταν το 2013. Για την ακρίβεια δεν είδα τον ίδιο, αλλά μια φωτογραφία του κολλημένη σε ένα στύλο της ΔΕΗ.
Βαγγέλης Φ., ετών 37.
Θυμήθηκα την πρώτη φορά που τον είχα συναντήσει, λίγα μέτρα πιο κάτω, στην αίθουσα του 39ου δημοτικού σχολείου.
Τότε που όλοι κάναμε όνειρα για το μέλλον, απλά ο Βαγγέλης δεν τόλμησε ποτέ να μας φανερώσει τα δικά του, λες και αισθανόταν πως δεν θα τον καταλαβαίναμε.
Ίσως αυτά να ονειρευόταν τις στιγμές που το βλέμμα του χάνονταν στην τάξη, τότε που το μυαλό του ταξίδευε μακριά έξω από τα όρια του μικρού μας σχολείου....