Φωτογραφίες από μια Σαββατιάτικη βόλτα στο Ηράκλειο, στις αρχές του 2022.
Μέρες περισυλλογής, αποφάσεων καθοριστικών που θα έφερναν αλλαγές στη ζωή μου....
Θυμάμαι πολύ έντονα τη βόλτα εκείνη, καιρό μετά με μια φωτογραφική μηχανή στο χέρι, έψαχνα να βρω τον προσανατολισμό μου, κάτι μέσα μου με έτρωγε, έβλεπα τα τείχη που είχαν για μια ακόμα φορά υψωθεί απόρθητα γύρω μου και ήθελα να κάνω κάτι, να δράσω, να πάρω μέρος στην εξέλιξη της ζωής μου!
Να ζήσω!
Καμιά φορά το σύμπαν ακούει τις σκέψεις μας...
I photograph to convince myself that I am alive... not to convince others that this is the right way to live...
Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2022
Μια βόλτα στο Ηράκλειο.... (αρχή του 22)
Δευτέρα 19 Δεκεμβρίου 2022
Οι φίλοι... (2o Κέρη Cross Country Race)
Οι φίλοι....
Απαραίτητο συστατικό στη ζωή, όσα χρόνια κι αν σου πάρει να το διαπιστώσεις.
Σας αγαπώ φιλαράκια μου.
Χωρίς εσάς η μέρα δεν θα ήταν η ίδια!
Πέμπτη 15 Δεκεμβρίου 2022
Ταχίνι με κακάο... (Η γιαγιά μου)
Την είδα για τελευταία φορά στις αρχές του Δεκέμβρη του
2004.
Καθόταν στο πλάι του κρεβατιού της, υποτονική, ταλαιπωρημένη από το καρδιακό
επεισόδιο που είχε πάθει.
Δεν μιλούσε.
Το βλέμμα της ήταν θλιμμένο.
Στα χέρια της κρατούσε ένα εργόχειρο που πάσχιζε να τελειώσει τις τελευταίες
μέρες, έκανε δυο βελονιές κι έπειτα σταματούσε, έκλεινε τα μάτια και έγερνε το
κεφάλι της στον ώμο, λες και οι δύο αυτές βελονιές την είχαν εξουθενώσει. Μετά
από μερικά λεπτά τα μάτια άνοιγαν ξανά, το κεφάλι ερχόταν στη θέση του, οι
επόμενες δύο βελονιές σχημάτιζαν μισό κόμπο στο πλεκτό και πάλι από την αρχή...
Εκείνο το απόγευμα ήταν το τελευταίο της ζωής της.
Ήταν η Δάφνη, η μητέρα της μάνας μου.
Η γιαγιά μου.
Η γιαγιά μου γεννήθηκε το 1921 στη Σμύρνη. Μετανάστες εκεί
οι γονείς της, ο πατέρας της από την Χίο και η μάνα της κρητικιά, η Γη της
Επαγγελίας ήταν τότε η Μικρασία για τους Έλληνες, έψαξαν κι εκείνοι την τύχη
τους στα χώματα εκείνα.
Δούλεψαν, έκαναν περιουσία, γέννησαν παιδιά, όμως ο ξεριζωμός τους πρόλαβε και
βρέθηκαν πρόσφυγες στην Κρήτη, κυνηγημένοι και πάμπτωχοι, από «Γκιαούρηδες»
έγιναν εν μία νυκτί «Τουρκόσποροι» στη γη των προγόνων τους.
Με τα ανταλλάξιμα εγκαταστάθηκαν στο προάστιο της Φορτέτσας όπου ρίζωσαν,
έκαναν κι άλλα παιδιά κι εγγόνια και δισέγγονα.
Η γιαγιά μου ήταν η μεγαλύτερη κόρης της οικογένειας και όπως ήταν συνηθισμένο
τα χρόνια εκείνα, δεύτερη μάνα ήταν για τα αδέρφια της, σχολείο δεν πήγε για να
βοηθήσει στην ανατροφή των μικρότερων. Έμεινε αμόρφωτη αλλά όχι απαίδευτη, ποτέ
δεν άνοιγε το στόμα της να πει πράγματα ασυνάρτητα, ανούσιες κουβέντες που θα
προσέβαλλαν τον συνομιλητή της. Η «ευθύνη» που ένοιωθε για τα αδέρφια της την
ακολουθούσε σε όλη της την ζωή, μόνιμος λόγος προστριβής με τον παππού που
προφανώς ένοιωθε «δεύτερος», κομπάρσος στη σχέση τους, ευχή και κατάρα η
πατρική της γραμμή που μόνο ο θάνατος τη διέκοψε.
Η γιαγιά μου ήταν καταπληκτική μαγείρισσα, την Σμυρναίικη καταγωγή της
χρησιμοποιούσαμε για να αιτιολογήσουμε την ψυχή και σώμα ενασχόλησή της με το
καθημερινό γεύμα, όμως η αληθινή αιτία ήταν ότι απλά, αγαπούσε το νόστιμο
φαγητό. Να φας στο σπίτι της ανάλατο πιάτο; Δεν υπήρχε περίπτωση! Να φας πιάτο
που να μην είναι γεμάτο με σκόρδο, κρεμμύδι, πηχτή κόκκινη σάλτσα, μπαχαρικά
και μυρωδικά; Αδιανόητο! Ακόμα θυμάμαι τα σμυρνέικα σουτζουκάκια που έφτιαχνε,
βόμβα χοληστερίνης κανονική, όμως η νοστιμιά τους ήταν εξωπραγματική!
«-Θα φάω κι ας πεθάνω!», έλεγε όταν προσπαθούσαμε σε προχωρημένη πια ηλικία να
την συνετίσουμε για τις διατροφικές της συνήθειες.
Μικρός ήμουν πολύ ασθενικός, θυμάμαι πονούσε συνέχεια ο λαιμός μου, ο ξερός
βήχας και ο πυρετός δεν μου έλειπαν, ούτε κι εγώ ξέρω πόσες φυάλεςCholedylκαι Amoxilείχα καταναλώσει στην παιδική μου
ηλικία, τώρα που το σκέφτομαι ίσως να μου έβγαινε σε καλό η αναζήτηση του
ιδιοκτησιακού καθεστώτος των εταιρειών που παρασκεύαζαν τα δύο αυτά φάρμακα, με
τόση κατανάλωση πρέπει να κατέχω δικαιωματικά ένα σημαντικό μέρος των μετοχών
τους!
Κάποιες από τις φορές που το κρυολόγημα μου βρισκόταν σε έξαρση, οι γονείς μου
χρειάστηκε να ταξιδέψουν στην Αθήνα για ιατρικές εξετάσεις που έκανε ο πατέρας
μου σε τακτική βάση. Επιστρατευόταν τότε η αγκαλιά της γιαγιάς για να με
προσέχει, όχι μεταφορικά αλλά στην κυριολεξία. Η γιαγιά μου ένοιωθε βαρύ το
χρέος της ανατροφής μου έστω και για λίγες μόνο μέρες και αγωνιούσε μην τυχόν
και μου λείψει κάτι, να μην πεινάσω, να μην κρυώνω, άναβε από νωρίς τη σόμπα
του πετρελαίου στο κουζινάκι της και καθόταν να παίξει μαζί μου χαρτιά για να
απασχολήσει το μυαλό μου από την απουσία των γονιών. Τις νύχτες που ο βήχας γινόταν
ανυπόφορος σε σημείο να μου χαλάσει τον ύπνο, ήταν εκεί για να μου δώσει μια
κουταλιά μέλι να γλυκάνει ο λαιμός, να μου βάλει ένα πανί με οινόπνευμα στο
στήθος και να με κλείσει στην πελώρια αγκαλιά της για να διώξει το κακό μακριά.
Όταν πλησίαζε το Πάσχα, θεοφοβούμενη γαρ, η γιαγιά τηρούσε κάθε χρόνο ευλαβικά
τη νηστεία της σαρακοστής χωρίς καμία παρασπονδία. Δεν έβαζε κρέας στο σπίτι
για 40 μέρες, τα γαλακτοκομικά ήταν μόνο για τον παππού ενώ κάθε Τετάρτη και Παρασκευή
δεν έτρωγε ούτε λάδι. Κάθε βράδυ απαραίτητα άναβε το καντήλι που είχε στο
εικονοστάσι και θυμιάτιζε για να διώξει τα «κακά πνεύματα», έλεγε, για να
μνημονεύσει τους δικούς της νεκρούς το έκανε στην πραγματικότητα αφού, όση ώρα
περιφερόταν στο σπίτι με το λιβάνι, σταυροκοπιόταν και σιγοψιθύριζε τα ονόματα
του πατέρα, της μάνας και των αδερφάδων της. Μια τ’ ορκίζομαι την άκουσα να
αναφέρει και τις αδερφές του πατέρα μου την Πόπη και τη Φλουρή.
«-Η μάνα τους είναι κατάκοιτη και δεν μπορεί να θυμιάσει παιδί μου» μου είχε
πει όταν τη ρώτησα.
Μια εβδομάδα πριν το Πάσχα εκείνης της χρονιάς της ανακοίνωσα θριαμβευτικά ότι
θα νήστευα κι εγώ για να μεταλάβουμε μαζί. Έλαμψε το πρόσωπό της! Είδες τις
νουθεσίες της να πιάνουν τόσο, έστω και στο τελευταίο της εγγόνι!
«-Νήστεψε παιδί μου κι εγώ κάθε πρωί που θα φεύγεις για το σχολείο θα σου έχω
έτοιμο κακάο με το ταχίνι για να σε κρατάει μέχρι το μεσημέρι!»
Έτσι κι έκανε. Κάθε πρωί με περίμενε στη γωνιά του σπιτιού της με την καλή
κουβέντα για να με βάλει μέσα.
«-Καλώς το το αντράκι μου! Έτοιμο το κακάο!»
Ακόμα και αυτό το ταπεινό ρόφημα, δυο κουταλιές ταχίνι, μια κακάο, μια μέλι και
ένα ποτήρι νερό, ήταν σκέτο βάλσαμο από τα χέρια της γιαγιάς Δάφνης. Πλημμύριζε
γεύσεις αντίθετες αλλά τόσο αρμονικά ταιριασμένες το στόμα, γλύκα-πίκρα-στιφάδα
που από τον ουρανίσκο περνούσε στο στομάχι κι από εκεί στο υπόλοιπο σώμα
ακαριαία, σαν καύσιμο που άπλωνε την ενέργειά του παντού!
Έχω χιλιάδες αναμνήσεις από την γιαγιά μου, χιλιάδες και η καθεμία ξεχωριστή,
ιδιαίτερη, διαφορετική σχέση με κάθε άλλη. Θυμάμαι Χριστούγεννα στη μεγάλη
κάμαρη του σπιτιού της την πρώτη φορά που δοκίμασα από το χέρι της, κρυφά από
τη μάνα, κονιάκ τριών αστέρων! Θυμάμαι τις πασχαλιές που κουβαλούσαμε παιδιά
μέχρι τον φούρνο τις λαμαρίνες με τα λαμπριάτικα τσουρέκια και τα καλιτσούνια
που είχε φτιάξει για να τα ψήσει ο κύριος Γιώργος, ο φούρναρης της γειτονιάς,
θυμάμαι τη μυρωδιά που γέμιζε το σπίτι της όταν τα γλυκά ήταν πλέον ψημένα, δεν
πρόκειται ποτέ όσο ζω να ξεχάσω τα καλοκαίρια μαζί της στην παράγκα του παππού
στο Τσαλικάκι, τη σαλάτα που μας έφτιαχνε στον τρύγο, τα μακαρόνια με κιμά που
εθιμοτυπικά μαγείρευε όταν κλαδεύαμε το αμπέλι.
Όμως, αυτό που θα μου την θυμίζει πάντοτε πιο έντονα από ο,τιδήποτε άλλο, είναι
η φλιτζάνα κακάο με ταχίνι που με περίμενε κάθε πρωινό της νηστείας στο μικρό
της κουζινάκι.
Βλέπεις, είμαστε με τέτοιο υλικό φτιαγμένοι οι άνθρωποι που, μιας και δεν έχει
φτάσει ακόμα σε τέτοιο επίπεδο η τεχνολογία, η γεύση και η όσφρηση είναι το
μοναδικό μας μέσο για να ταξιδέψουμε στο παρελθόν.
Γλυκόπικρο και πεντανόστιμο παρελθόν, όπως το κακάο της γιαγιάς…
Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2022
Τα δυο τηλεφωνήματα....
Μπορεί ένα τηλεφώνημα να σου κλέψει κάτι από τη ζωή;
Μπορεί. Κάλλιστα μπορεί.
Σε μένα έχει συμβεί δυο φορές στο παρελθόν...
1995
Καλοκαίρι, ζέστη Ιουλιάτικη, αφόρητη. Ο Ήλιος έμπαινε στο δωμάτιο από την ανατολική τζαμαρία κι έκανε τον αέρα αφόρητο, αποπνικτικό.
Προσπαθούσα να ανοίξω τα μάτια μου, να στήσω το κεφάλι μου στη θέση του, να βάλω τις σκέψεις μου σε σειρά, να καταλάβω τί μέρα ήταν, ποιο έτος, ποια χρονολογία.
Το μεθύσι της προηγούμενης βραδυάς, ποιάς βραδυάς δηλαδή που είχε κρατήσει μέχρι τις 4 τα ξημερώματα κι αυτή η απρόσμενη συνάντηση με τις φιλοξενούμενες στο απέναντι από το πατρικό μου σπίτι που ήθελαν παρέα, κουβέντα, ρακί και παραμύθι, ήταν και ο λόγος που το μυαλό σήμερα αδυνατούσε να δώσει εντολές στο νευρικό σύστημα για να ξεκινήσουν οι διαδικασίες της κίνησης. Το κεφάλι μου ήταν έτοιμο να εκραγεί, το στόμα μου μύριζε τσιγάρο και η αναπνοή μου έζεχνε καπνό και αλκοόλ, πονούσα παντού, πονούσα και ζεσταινόμουν, ζεσταινόμουν και ο πόνος γινόταν αφόρητος και κίνηση όλο και πιο δύσκολη.
Ήταν περίπου 8. Το χτύπημα του τηλεφώνου ράγισε την ησυχία. Πετάχτηκα από το κρεβάτι λες και ήταν καταπέλτης, ήταν αυτά τα καταραμένα τα σταθερά τηλέφωνα τότε που έκαναν έναν εκνευριστικά διαπεραστικό ήχο που στο άκουσμά του σε έπιανε πανικός λες και βαρούσε συναγερμός για επικείμενη αεροπορική επιδρομή. Προσπάθησα να ανοίξω τα μάτια μου, έψαχνα τον δρόμο μέχρι το γραφείο ανάμεσα στα έπιπλα του δωματίου και τα ρούχα που είχα μοιράζει δεξιά και αριστερά το ξημέρωμα απομένοντας γυμνός.
-Ναι; Ποιός είναι;
-Ο Γιάννης είμαι ρε.
Στην αρχή δεν πίστεψα ότι ήταν ο Χατζηθωμάς επειδή δεν με είχε καλέσει ποτέ τόσο νωρίς. Από την άλλη, η φωνή του ήταν χαρακτηριστική, λεπτή αλλά βαθιά, λες και μιλούσε πάντα από τη μύτη.
-Μ' ακούς ρε;
Προσπαθούσα ακόμα να συγκροτήσω το μυαλό μου για να σχηματίσω μια ολοκληρωμένη πρόταση.
-Τι έχεις ρε παπάρα και με παίρνεις πρωί-πρωί; Καυλωμένος ξύπνησες;
Σιωπή.
Σαν να μου φάνηκε ότι άκουσα έναν λυγμό δίπλα του.
-Είμαστε εδώ με τον Γιώργο, είπε λες και άκουσε τη σκέψη μου.
Δεν είχα καταφέρει ακόμα να σχηματίσω μια λογική πρόταση.
-Τί έγινε ρε;
-Σήμερα τα ξημερώματα, ο Λευτέρης, ο Βαγγέλης και ο Δημήτρης σκοτώθηκαν. Αυτοκινητιστικό.
Με έπιασε αμοκ.
Άρχισα να ουρλιάζω.
-Τί λες ρε; Πότε; Πού; Μαλάκα Χατζηθωμά αν μου κάνετε πλάκα θα έρθω εκεί και θα σας γαμήσω!
Με μια κίνηση έκλεισα το τηλέφωνο και άναψα τσιγάρο.
Τράβηξα δυο βαθιές τζούρες, ντύθηκα και βγήκα στον δρόμο.
Ήμουν σε κατάσταση σοκ.
Δεν μπορούσα να το πιστέψω, ήμουν σίγουρος ότι μου έκαναν πλάκα, όμως από την άλλη, ποιός κάνει πλάκα με αυτά τα πράγματα;
Μου φαινόταν αδιανόητο.
Καβάλησα το παπί, πήγα στο περίπτερο της γειτονιάς, αγόρασα μια εφημερίδα, τη ξεφύλισσα επιτόπου.
Τίποτα. Καμία αναφορά.
Πήρα ξανά τον δρόμο, βρέθηκα στο σπίτι του Θάνου.|
Χτύπησα, ξαναχτύπησα, κάποια στιγμή μου άνοιξε.
-Ρε μαλάκα, δουλειά δεν έχεις πρωί πρωί;
Του εξήγησα τί είχε γίνει.
Ανοίξαμε το ραδιόφωνο.
Τίποτα.
-Μαλάκα, πλάκα σου κάνανε τα μαλακισμένα κι εσύ την κατάπιες αμάσητη!
Σήκωσα το τηλέφωνο, και πήρα στο σπίτι του Γιώργου. Απάντησε η Μαρία η αδερφή του.
Ήταν βουρκωμένη.
Κατάλαβα αμέσως.
Μου έπεσε το τηλέφωνο από το χέρι.
Γύρισα προς το μέρος του Θάνου που μου κοιτούσε αποσβολωμένος.
Τα μάτια μου πλημμύρισαν δάκρυα....
2022
Ιούνης
Τετάρτη απόγευμα
Ο καύσωνας που είχε κάνει τη μέρα ανυπόφορη αποτραβιόταν σιγά σιγά στο σκοτάδι.
Γύρισα στο σπίτι από τη δουλειά, το κορμί μου βρωμούσε ιδρώτα, σκόνη και καυσαέριο. Μπήκα στο μπάνιο, ξέπλυνα τη βρωμιά και την κούρασή και έκατσα στο μπαλκόνι να πάρω δυο ανάσες.
Την επόμενη νωρίς το πρωί πετούσα για το κεντρικό της εταιρείας στην Αθήνα για ένα προγραμματισμένο σεμινάριο. Αγωνιούσα, σκεφτόμουν ξανά και ξανά αν είχα μαζέψει όλα τα πράγματα για το ταξίδι, στο μυαλό μου τριγύριζαν σαν ατέρμονη ταινία όλα τα αντικείμενα που θα έπρεπε να βρίσκονται στη βαλίτσα μου: ξυριστικά, οδοντόβουρτσα, οδοντόκρεμα, οδοντικό νήμα, αποσμητικό, τα ρούχα μου...
-Αυτό το παντελόνι δεν έπρεπε να το πάρω, είναι πολύ ζεστό.
Και μετά από λίγο
-Να πάρω ένα ζευγάρι αθλητικά μήπως κατέβω στον Νιάρχο για τρέξιμο;
Όλα ήταν στη θέση τους.
Πετάχτηκα πάνω! Κάτι ξεχνούσα, ήμουν σίγουρος.
Έψαξα το κινητό μου, είχα κάνει check in και για τις δύο πτήσεις.
Κοίταξα στο πορτοφόλι. Η ταυτότητά μου ήταν εκεί.
Ουφ....
Γύρισα στην καρέκλα, έκλεισα τα μάτια μου και έγειρα πίσω στον τοίχο.
Όλα ήταν εκεί.
Κι όμως, είχα μια ανησυχία που δεν έλεγε να με αφήσει.
Πήγα μέχρι το ψυγείο, έπιασα μια radler, ήπια δύο ρουφηξιές.
Ο ιδρώτας κυλούσε στο στήθος μου, σταγόνες με μοίραζαν στα δύο, από το λαιμό μέχρι την κοιλιά.
Χτύπησε το κινητό μου, δεν έδωσα σημασία. Χρειαζόμουν πέντε λεπτά με τον εαυτό μου.
Χτύπησε ξανά, επίμονα. Ο ήχος γινόταν όλο και πιο εκνευριστικός.
Το έπιασα, ήταν ο Σωτήρης, συνάδελφος από την Αθήνα.
-Έλα ρε φίλε, τί γίνεται;
Θεώρησα πως κάτι θα ήθελε να μου πει για το σεμινάριο της επόμενης, η φωνή του όμως ακουγόταν διαφορετική από τις άλλες φορές, δεν ήταν χαμογελαστή, χαρούμενη, ελαφρώς ειρωνική όπως ήταν η φωνή του Σωτήρη ακόμα και όταν ένα χρόνο πριν, οι φλόγες ακούμπησαν τους τοίχους του σπιτιού του και είδε τον χάρο με τα μάτια του.
Ήταν σπασμένη, αργόσυρτη. Μετρούσε κάθε λέξη.
- Ο Μάρκος. Είχε ένα ατύχημα πριν λίγο με το αυτοκίνητο και πρέπει να έχει χτυπήσει. Πάω στο νοσοκομείο και θα σε πάρω όταν έχω νεώτερα.
Κόπηκαν τα πόδια μου.
Ξέρεις, καμιά φορά η απόσταση από τα γεγονότα αποδυναμώνει τις αντιδράσεις. Τί θα μπορούσα να κάνω; Να καλέσω κάποιον άλλο συνάδελφο μήπως γνώριζε περισσότερα; Να πάρω την Αθηνά; Τον Στέλιο; Κι αν δεν γνώριζαν; Αν δεν είχαν ενημερωθεί ακόμη;
Η καρδιά μου κόντευε να σκάσει.
Το τηλέφωνο χτύπησε ξανά. Ήταν ο Θόδωρος. Δεν τον άφησα να μιλήσει.
-Έλα Θόδωρε, με κάλεσε ο Σωτήρης πριν. Το έμαθα. Έχει χτυπήσει πολύ;
-Με πήραν από την τροχαία πριν ένα λεπτό. Ο Μάρκος είναι νεκρός....
Σιωπή.
Όχι μια συνηθισμένη σιωπή, αυτή η καταραμένη που σκίζει την ατμόσφαιρα από άκρη σε άκρη.
Δεν κατάφερα να πνίξω τον λυγμό μου, δεν κατόρθωσα να κρατήσω την ψυχραιμία μου. Ήταν τόσο δυνατό αυτό που ένοιωθα μέσα μου που ξεχείλισε.
Έβαλα μια φωνή τόσο δυνατή που μαζεύτηκε στο μπαλκόνι όλη η γειτονιά...
Δυο τηλεφωνήματα.
Τέσσερις άνθρωποι δεμένοι μαζί με τόση αγάπη που μόνο αδέρφια μπορούν να νοιώσουν.
Ο ίδιος πόνος κι ας χωρίζουν χρόνια αμέτρητα τη μία απώλεια από την άλλη....
Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 2022
Οι επιλογές μας... (πατέρας 24/7)
Να μιλήσουμε λίγο για ζωή;
Να μιλήσουμε για καθημερινότητα;
Να μιλήσουμε για επιθυμίες, για όνειρα, για προτεραιότητες;
Αντέχεις;
Οι επιλογές μας είναι οι συνθήκες που καθορίζουν το μέλλον μας.
Δεν μπορώ να δεχτώ με τίποτα την άποψη των ανθρώπων που μέμφονται αυτή την πραγματικότητα, δεν μπορώ με τίποτα να δεχτώ ότι ένας ενήλικος ζει τη ζωή που επέλεξε κάποιος άλλος, ζει την καθημερινότητα που κατά κάποιο τρόπο του έχει επιβάλει η ζωή και οι επιλογές του οικογενειακού του περιβάλλοντος και δη της πατρικής του οικογένειας.
Προλαβαίνω τη σκέψη σου.
Δεν μιλώ για κανέναν άλλο, πέρα από τον εαυτό μου.
Για ο,τιδήποτε έχω κάνει στη ζωή μου, είμαι αποκλειστικός υπεύθυνος.
Εγώ και κανένας άλλος.
Για ο,ποιοδήποτε λάθος μου, ευθύνομαι μόνο εγώ.
Έκανα τις επιλογές μου από πολύ νωρίς, της ευχαριστήθηκα, με πλήγωσαν, τις πληρώνω καθημερινά, όμως δεν μπορώ να κατηγορήσω κανενάν για αυτό, ούτε καν τον εαυτό μου.
Κοίτα, κι εγώ θα ήθελα να έχω περάσει όλη μου τη ζωή σαν μποεμ τύπος και να σκορπίζομαι δεξιά και αριστερά, να ντύνομαι όμορφα, να μοιράζω γοητευτικά λόγια και να προβάλω την προχωρημένη ζωή μου.
Ειλικρινά ζηλεύω όσους το κάνουν.
Όμως έκανα τις επιλογές μου και ήταν διαφορετικές από αυτό το μοτίβο ζωής.
Παντρεύτηκα, έκανα οικογένεια, στερήθηκα ταξίδια, παρέες, διασκέδαση.
Οι φίλοι μου χάθηκαν γιατί δεν το άντεξαν κι εγώ δεν άντεχα να μένω έξω από τις παρέες εξαιτίας των επιλογών μου.
Κι όμως, δεν μετάνοιωσα ακριβώς επειδή οι επιλογές μου ήταν αποκλειστικά και μόνο δικό μου προϊόν.
Πριν σπεύσεις να με κρίνεις λοιπόν, επειδή εσύ ζεις μια άλλη ζωή, πνευματώδη τάχα μου, ανεξάρτητη, δημιουργική, με φίλους κολλητούς, ερωμένες χωρίς φραγμούς και άποψη για τα πάντα, πριν το κάνεις επειδή εγώ κατά την άποψή σου συμβιβάστηκα και βρέθηκα να είμαι πατέρας αντί για ανεξάρτητος, έλα και πες μου:
Έχεις νοιώσει ποτέ τη ζεστασιά του παιδιού σου στην αγκαλιά σου;
Έχεις κλάψει ποτέ κοιτώντας τα κλαμένα μάτια του παιδιού σου που λίγα λεπτά πριν έπεσε στο χώμα και γέμισε τα γόνατά του πληγές;
Έχεις κοιμηθεί ποτέ καθισμένος σε μια καρέκλα με ένα παιδί άρρωστο στην αγκαλιά σου να κλαίει γοερά μέχρι τα ξημερώματα;
Έχεις πάρει ποτέ αγκαλιά το παιδί σου, μισοναρκωμένο, μετά από χειρουργείο;
Έχεις πάρει αγκαλιά ποτέ το παιδί σου μέσα στο νοσοκομείο για να το πας στον πρώτο όροφο επειδή δεν μπορούσε να περπατήσει από τον πόνο της οξείας σκωληκοειδίτιδας στην κοιλιά του κι επειδή έτυχε μέσα στα μεσάνυχτα το ρημαδιασμένο ασανσερ του νοσοκομείου να είναι χαλασμένο;
Σου έτυχε ποτέ να κλάψεις την μέρα του Πολυτεχνείου επειδή το παιδί σου κράτησε ένα χαρτί που έγραφε "Ελευθερία";
Λυπάμαι.
Δεν λυπάμαι για μένα που τα έχω ζήσει όλα αυτά και άλλα τόσα αμέτρητα.
Λυπάμαι για σένα ανθρωπάκο που δεν πρόκειται να τα ζήσεις ποτέ....
Τα γράφω όλα αυτά γιατί βαρέθηκα όλα εκείνα τα τυπάκια του σήμερα που ζουν την "ανεξαρτησία" τους και φροντίζουν να τη διαφημίσουν στο facebook ώστε να πέσει το επόμενο αφελές κοριτσάκι στο κρεβάτι τους και να προστεθεί στην προσωπική του τροπαιοθήκη.
Βαρέθηκα την κριτική, βαρέθηκα το ύφος το μπλαζέ του "δεν τρέχει τίποτα" από ανθρώπους που δεν έχουν ζήσει, που μιλούν για πολυπραγμοσύνη χωρίς να ξέρουν τι σημαίνει να ζεις με τις δικές σου δυνάμεις, που ό,τι έχεις κάνει στη ζωή σου δεν βασίστηκε σε κάποιο υπόβαθρο, αλλά μόνο στα πόδια, τα χέρια και την καρδιά σου.
Βαρέθηκα και κουράστηκα από τους ηλίθιους αυτής της ζωής που καμπάζουν για την "εξυπνάδα" τους...
Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2022
Η ουσία του τρεξίματος: Σκέψεις μετά από τον 39ο Μαραθώνιο της Αθήνας...
Έχω γράψει πολλές φορές στο παρελθόν για αγώνες που έτρεξα, για τα μοναχικά χιλιόμετρα της προετοιμασίας, τη δυσκολία της διαδρομής, τη μοναδικότητα της εμπειρίας, την ταλαιπωρία, τη χαρά και τη λύτρωση του τερματισμού.
Πόσα συναισθήματα διφορούμενα μαζεμένα σε λίγες γραμμές τώρα που το σκέφτομαι! Αγωνία, λαχτάρα, πόνος, δυσφορία και πάλι αγωνία, αμφισβήτηση κι άλλος πόνος και στο τέλος χαρά ανυπολόγιστη και θλίψη που τέλειωσε το ταξίδι και λαχτάρα για το επόμενο!
Τόσα συναισθήματα, όσα ακριβώς προκαλούν η προετοιμασία, η συμμετοχή και ο τερματισμός σε έναν αγώνα, πόσο μάλλον στον "βασιλιά" των δρομικών αγωνισμάτων, τον μαραθώνιο δρόμο!
Ενώ λοιπόν έχω γράψει τόσες φορές για αγώνες, απόψε με τρώνε τα δάχτυλά μου, βράζει το μέσα μου, είναι τέτοιο το πλήθος των συναισθημάτων που λαχταράει να βγει, δεν το χωράει η καρδιά μου, ξεχειλίζει και προσπαθώ να το μαζέψω στο χαρτί, να μείνει κάτι από όλο αυτό που έζησα, να θυμάμαι, να μην ξεχνάω, να κρατήσω ζωντανή τη μνήμη.
Κι όμως, δεν είναι τελικά αναγκαία η καταγραφή επί του παρόντος, δεν υπάρχει λόγος να γράψω για πράγματα που έζησα και δεν πρόκειται ποτέ να ξεχάσω, για συναισθήματα που έχουν ανεξίτηλα χαραχθεί στο ασθενές μνημονικό μου, δεν υπάρχει καν η ανάγκη της εξιστόρησης μέσα μου αφού το βίωμα είναι από τη μία τόσο έντονο που το ζω ξανά και ξανά σαν κινηματογραφική προβολή, από την άλλη νομίζω ότι ελάχιστοι θα το νοιώσουν, θα το καταλάβουν, θα μπουν στη διαδικασία να το λαχταρήσουν κατά κάποιο τρόπο. Για να μην αναφέρω το πόσο φτωχά είναι τα λόγια όταν προσπαθεί κάποιος να περιγράψει μια εμπειρία τόσο έντονα μοναδική, σωματικά και πνευματικά.
Απόψε λοιπόν, τώρα που ο κουρνιαχτός της σκέψης έχει λίγο καταλαγιάσει, τώρα που ο ενθουσιασμός όπως είναι λογικό φθίνει το και μυαλό μου έχει αρχίσει να ξεφεύγει από τον 39ο Μαραθώνιο Αθηνών, προτιμώ να γράψω για κάτι άλλο. Όχι άσχετο.
Θα σας γράψω για την ουσία του τρεξίματος, όχι με δικά μου λόγια, αλλά με σκέψεις που θα έκανε ένας εκ φύσεως δρομέας, ένας δρομέας πραγματικός, εντούτοις διαφορετικός από όλους τους άλλους.
Τόσο διαφορετικός που περνάει απαρατήρητος.
Ο δρομέας μας είναι πρόσωπο πραγματικό, όχι της φαντασίας μου αν και, τις πρώτες φορές που τον συνάντησα, η αλήθεια είναι ότι αναρωτήθηκα αν ήταν όντως υπαρκτή φυσιογνωμία ή αερικό...
Δεν τον γνωρίζω προσωπικά, δεν ξέρω το όνομά του, δεν ξέρω την εθνικότητά του, δεν έχω ακούσει ποτέ τη φωνή του. Το μόνο που ξέρω από εκείνον είναι ότι τρέχει.
Είναι σίγουρα πάνω από 40, φοράει γυαλιά, μετρίου αναστήματος, δεν θα τον έλεγες αδύνατο, δεν έχει "δρομικό" στυλ, φοράει ακατάλληλα για τρέξιμο παπούτσια, δεν τον έχω δει ποτέ με φόρμα ή κοντό παντελόνι, φοράει πάντα πουκάμισο και τζήν και το χειμώνα σχεδόν πάντοτε κρατάει μια κλειστή ομπρέλα.
Και τρέχει...
Τρέχει όποτε κι αν τον συναντήσω!
Χειμώνα και καλοκαίρι, μεσημέρι και απόγευμα, τρέχει στον λιμενοβραχίονα, μέσα στον ιδρώτα και την κακοσμία και έναν εκνευριστικό ήχο από κλειδιά που χτυπάνε μεταξύ τους να συνοδεύει ρυθμικά κάθε του βήμα.
Κι όμως, τρέχει με απόλυτη συνέπεια κάθε μέρα. Κάθε μέρα!
Δεν φοράει ρολόι, προφανώς δεν τον ενδιαφέρει ο χρόνος, οι επιδόσεις, η ταχύτητα.
Τον ενδιαφέρει το τρέξιμο και μόνο.
Σκέψου τώρα όλα όσα έγραψα παραπάνω και πες μου, μπορείς να σκεφτείς ένα πρόσωπο πιο κοντινό στον απόλυτο δρομέα εκτός από αυτόν;
Να σε διευκολύνω;
Κανένα.
Κανένας από όσους γνωρίζεις και τρέχουν, κανένας από όσους τυχόν έχει συναντήσει στο δρόμο, κανένας δεν ταιριάζει με τον δρομικό χαρακτήρα του φίλου μας!
Κανένας.
Και είναι απλό και συνάμα λογικό καθώς ο άνθρωπος αυτός τρέχει αποκλειστικά και μόνο για τον εαυτό του, για τη χαρά του τρεξίματος, για την υγεία του.
Τρέχει επειδή μπορεί, χωρίς να τον ενδιαφέρουν οι χρόνοι, τα χιλιόμετρα, ο ανταγωνισμός, οι αποστάσεις, η δρομική πρόοδος.
Τρέχει μόνο και μόνο επειδή είναι ένας γνήσιος, ατόφιος δρομέας.
Δεν σου κρύβω ότι υπάρχουν στιγμές που συναντώ αυτό τον άνθρωπο και τον ζηλεύω, ζηλεύω την αγνότητα και την απλότητα σε αυτό το οποίο κάνει, ζηλεύω την πλήρη άγνοιά του για την εικόνα που δίνει στους άλλους αλλά και την αδιαφορία του να μεταφράσει σε αριθμούς την πράξη του.
Μήπως αυτό δεν θα έπρεπε να κάνουμε όλοι;
Μήπως αυτό δεν θα έπρεπε να είναι το δρομικό μας εφαλτήριο;
Συνειδητά επέλεξα να μην μιλήσω σήμερα για την συμμετοχή μου στον 39ο Μαραθώνιο της Αθήνας, όχι γιατί στερείται σπουδαιότητας, το αντίθετο μάλιστα καθώς ήταν ίσως ο καλύτερος αγώνας που έτρεξα μέχρι σήμερα, ο τερματισμός μου στο Καλλιμάρμαρο ήταν σίγουρα ο πιο συγκλονιστικός, τα συναισθήματα που βίωσα ήταν ίσως τα πιο ουσιώδη στην δρομική μου πορεία.
Όμως για αυτά θα μιλήσω κάποια άλλη στιγμή, όταν ο χρόνος φέρει τις κατάλληλες συνθήκες.
Σήμερα ένοιωσα την ανάγκη να προσδιορίσω, πρώτα σε μένα, το από πού ξεκινάει η ουσία του τρεξίματος.
Ίσως σε κάποιον που τρέχει δίπλα μας απαρατήρητος!
Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου 2022
Το Σαββατοκύριακο του φωτός. Τρία χρόνια μετά την έκθεσή μου!
Κοίτα τι μου ανακάτεψε η τεχνολογία σήμερα το πρωί...
Κι όμως, είχα σχεδόν ξεχάσει εκείνες τις δύο μέρες που άλλαξαν τη ζωή μου, τα χαμόγελα, τους φίλους, το φως...
Εκείνο το Σαββατοκύριακο που θα έπρεπε να κρατώ σαν φυλακτό αλλά χάθηκε κι αυτό μετά από τρία χρόνια στην καθημερινότητα, τις σκοτούρες και το το άγχος.
Ευτυχώς υπάρχουν οι φωτογραφίες που, σαν κομμάτι ζωής τελικά, δεν μας αφήνουν να ξεχάσουμε...































