Τρίτη 23 Αυγούστου 2016

Καρδιά από πέτρα...

Η αγάπη βρίσκεται παντού, ακόμα και λίγα μέτρα από την ψηλότερη κορυφή της Κρήτης.


Φτάνει να γυρίσεις το βλέμμα και να την κοιτάξεις!


Creative Commons License
Η παραπάνω φωτογραφία χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution-NonCommercial-NoDerivs 3.0 Ελλάδα.

Σάββατο 20 Αυγούστου 2016

Το φως είναι δίπλα σου...


Τις τελευταίες μέρες έρχονται στο γυμναστήριο που πηγαίνω δύο κοπέλες, άγνωστες.
Νεαρές σε ηλικία, όμορφες.
Η μία από αυτές είναι τυφλή.
Η άλλη τη συνοδεύει από άσκηση σε άσκηση κρατώντας την αγκαλιά.
Όχι με οίκτο και λύπηση.
Με αγάπη. Με φροντίδα.
Τις κοιτάζω να συζητούν και αναρωτιέμαι, ποιός είναι τυφλός τελικά σ' αυτό τον κόσμο;
Ποιός βλέπει πιο καθαρά από όσο του επιτρέπει η όρασή του;
Το φως δεν είναι μόνο μέσα μας.
Είναι και δίπλα μας, φωλιάζει σ' έναν άνθρωπο που μας νοιάζεται, μας αγαπάει όπως κι αν είμαστε.
Φτάνει να τον βρούμε μέσα στο σκοτάδι που μας σκεπάζει τα μάτια...


Creative Commons License
Η παραπάνω φωτογραφία χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution-NonCommercial-NoDerivs 3.0 Ελλάδα.

Παρασκευή 19 Αυγούστου 2016

Δύναμη ψυχής.

Την ερχόμενη Κυριακή, αν πάνε όλα καλά, θα ανέβω για μια ακόμα χρονιά στην κορυφή του Ψηλορείτη.
Ο σκοπός φέτος είναι ιερός, θα κάνω τη διαδρομή για χάρη ενός δικού μου ανθρώπου που περνάει μια περιπέτεια με την υγεία του και την αντιμετωπίζει σαν πραγματικό παλικάρι, όπως κάθε δυσκολία στη ζωή του μέχρι σήμερα.
Κοιτούσα τις φωτογραφίες από την περυσινή ανάβαση. Το βλέμμα μου έμεινε σ' αυτές τις δύο.

 Ένα ηλικιωμένο ζευγάρι, πάνω από 80 και οι δύο, με μαγκούρες στα χέρια είχαν μόλις προσκυνήσει και ξεκινούσαν το μονοπάτι για το χωριό, βήμα-βήμα.
Η γυναίκα όταν της ευχήθηκα "και του χρόνου" μου είπε:
"-Μπα παιδί μου, η τελευταία φορά είναι φέτος"
Σκέφτομαι, ποιά δύναμη έσπρωξε αυτούς τους ανθρώπους να κάνουν αυτό που για πολλούς θα φάνταζε ακατόρθωτο; Ποιά σκέψη τους βοήθησε να ανέβουν ένα δύσβατο μονοπάτι για τρείς και πλέον ώρες μέχρι τα 2456 μέτρα;
Μυστήριο η ζωή μας, διάσταση άγνωστη η ψυχή μας... 

Creative Commons License
Οι παραπάνω φωτογραφίες χορηγούνται με άδεια Creative Commons Attribution-NonCommercial-NoDerivs 3.0 Ελλάδα.

Πέμπτη 18 Αυγούστου 2016

Αγώνας για ζωή....



Η ζωή είναι αγώνας.
Αγώνας να την ζήσεις.
Αγώνας να την κερδίσεις.
Να πιστέψεις σε αυτή.
Να πιστέψουν οι άλλοι σε σένα.
Ο πιο μεγάλος όμως αγώνας στη ζωή, η διαρκής μάχη, είναι να πιστέψει κάποιος στον εαυτό του, στις δυνάμεις και τις ικανότητές του.
Όσο μεγαλώνουμε, ο αγώνας αυτός γίνεται πιο δύσκολος, συνάμα όμως ο στόχος είναι πιο ξεκάθαρος. Η ζωή παίρνει από τα μάτια μας τη ζάλη της νιότης και μας βοηθάει να δούμε τα πράγματα πιο καθαρά, στην πραγματική τους διάσταση. Απαραίτητη προϋπόθεση γι’ αυτό είναι να θέλει κάποιος να δει, δεν φτάνει να περνούν οι εικόνες μπροστά του, και ως από θαύμα, ο δρόμος ανοίγει διάπλατα, έτοιμος να τον περάσεις μπουσουλώντας, περπατώντας ή τρέχοντας.


Χρειάστηκε να φτάσω τα σαράντα μου χρόνια για να βάλω τον εαυτό μου στη διαδικασία να αναρωτηθεί:
«-Πραγματικά, μπορείς να το κάνεις αυτό;»
Η ερώτηση είναι παγίδα γιατί κατά κάποιο τρόπο, είμαι εγωιστής. Δεν επιτρέπω στον εαυτό μου να «μην μπορεί», δεν του επιτρέπω για κανένα λόγο να μην προσπαθεί πάντα για το καλύτερο, για το άριστο. Δεν μπορώ σε καμία περίπτωση να του συγχωρήσω την παραίτηση, την αποτυχία.
Όταν όμως η απάντηση έχει να κάνει με τα πνευματικά όρια και τις σωματικές αντοχές, δεν είναι τόσο εύκολη και προφανής.

Η 7η Αυγούστου ήταν από τις πιο ζεστές μέρες του φετινού καλοκαιριού. Στις δύο το μεσημέρι η θερμοκρασία στο Ηράκλειο ήταν λίγο χαμηλότερη από τους 35 βαθμούς.
Στην αρχή του καλοκαιριού, έκανα κάποιες σκέψεις σχετικά με τους δρομικούς στόχους που θα έβαζα μέχρι το τέλος της χρονιάς.
Στο καλεντάρι με τους αγώνες στην Κρήτη, το μάτι μου κόλλησε στην Κυριακή 7 Αυγούστου, ημέρα διεξαγωγής του Δικταίου Γύρου Οροπεδίου Λασιθίου, μήκους 24 χιλιομέτρων. Η απόσταση εντελώς άγνωστη για μένα, διακαή μου πόθο αποτελούσε ωστόσο να ξεφύγω από τα 5 και 10 χιλιόμετρα που έτρεχα μέχρι τότε. Τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές, νοιώθω πως από εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ο στόχος είχε μέσα μου κλειδώσει, είχα πάρει ήδη απόφαση για την συμμετοχή μου.


Η εκκίνηση του αγώνα ήταν στις πέντε το απόγευμα. Ξεκίνησα με αγωνία. Τα πόδια μου έτρεμαν από τον ενθουσιασμό, τα πρώτα κατηφορικά μέτρα αγωνιζόμουν να κρατήσω τον ρυθμό μου χαμηλά, αμέσως μετά το Αβρακόντε ήταν το πρώτο δύσκολο ανηφορικό κομμάτι της διαδρομής, πριν καν συμπληρωθούν τα πρώτα τρία χιλιόμετρα.
Πέρασα άνετα, ήταν ακόμα πολύ νωρίς για να κουραστώ. Δεξιά κι αριστερά μου κάποιοι περπατούσαν, η ζέστη ήταν αφόρητη, το καπέλο μου ήταν ήδη μούσκεμα από τον ιδρώτα. Στον πρώτο σταθμό ανεφοδιασμού δεν πήρα νερό, ήταν ακόμα πολύ νωρίς. Στο πέμπτο χιλιόμετρο, λίγο μετά την κατηφόρα του Λάσινθος ένοιωσα τον γνώριμο πόνο στο δεξί μου ισχίο. Παρόλο που ήξερα πως κάπου εκεί θα «τον συναντήσω», με έπιασε τρόμος για τη συνέχεια. Ήταν πολύ νωρίς, είχα ακόμα μπροστά μου περίπου είκοσι χιλιόμετρα!
Έφερα στον μυαλό μου τα λόγια της φίλης μου της Κατερίνας (www.kapaworld.gr):
«-Να κουβεντιάζεις με τον πόνο, να μιλάς στο κορμί σου»
Το έκανα. Ξανά και ξανά. Ο πόνος δεν έλεγε να υποχωρήσει.
Απογοητεύτηκα.
«-Κόψε τις μαλακίες, είτε πονάς είτε όχι, εγώ θα τερματίσω.»
Περίπου στο δέκατο χιλιόμετρο λίγο μετά το Μέσα Λασιθάκι, ξεκίνησε η κούραση. Ο πόνος ήταν εκεί, συνέχισα να του κουβεντιάζω αλλά έπαψε να με απασχολεί.
Η φύση τριγύρω συναρπαστική, η Κρήτη σε όλο της το μεγαλείο να με συντροφεύει σε κάθε χιλιόμετρο. Σε κάθε χωριουδάκι που περνούσα, γυναίκες ηλικιωμένες να μου χαμογελούν με καλοσύνη, να μου δίνουν την ευχή τους, χωρικοί στα καφενεία να μου προσφέρουν δροσερό νερό και κουράγιο για τη συνέχεια, τι άλλο να ζητούσα;
Τα χιλιόμετρα περνούσαν. Έδινα στον εαυτό μου κουράγιο.
«-Πάει το 1/8 της διαδρομής»
«-Πάει το ¼ της διαδρομής»
«-Άντε, πάει η μισή διαδρομή!»
Μετά το Τζερμιάδο τα πράγματα δυσκόλεψαν. Περνώντας το 16ο χιλιόμετρο, έτρεχα πλέον σε μονοπάτια άγνωστα για μένα. Ποτέ δεν είχα φτάσει σε τέτοιες αποστάσεις, ποτέ δεν είχα διανοηθεί πως θα μπορούσα να το κάνω. Επιπλέον, μέχρι το επόμενο χωριό με χώριζαν αρκετά χιλιόμετρα και δεν ήξερα αν είχα τη δύναμη να αντέξω χωρίς ανθρώπινη παρουσία τριγύρω.

Έφερνα την εικόνα του τερματισμού στο μυαλό μου, έβλεπα τα παιδιά μου, έβλεπα την Ειρήνη, τον Γιάννη και την Αριστέα να με περιμένουν στο τέρμα και έπαιρνα κουράγιο για κάποια μέτρα. Μετά πάλι το ίδιο, ξανά και ξανά.
Σκεφτόμουν την Κατερίνα που με ένα μήνυμά της μου είχε δώσει κουράγιο πριν την εκκίνηση, σχημάτιζα στο μυαλό μου την εικόνα μετά τον τερματισμό να της στέλνω μήνυμα:
«-Κατερίνα, τερμάτισα, είμαι καλά!»
Πλησίασα στο 20ο χιλιόμετρο και ήμουν ακόμα όρθιος. Ένοιωσα τον θώρακά μου να προσπαθεί να συγκρατήσει την καρδιά στα όριά του κι όμως μπορούσα να τρέχω ακόμη!
Σε κάποια στιγμή, λίγο πριν την ανηφόρα στον Άγιο Χαράλαμπο, με πήραν τα γέλια! Συνειδητοποίησα πως ο πόνος στο ισχίο είχα πάψει εδώ και κάμποση ώρα και δεν το είχα πάρει χαμπάρι!
Είδα την ανηφόρα μπροστά μου και μου κόπηκε η ανάσα. Σταμάτησα το τρέξιμο και άρχισα να περπατάω, ένοιωθα πως τα πόδια μου θα με εγκατέλειπαν και δεν το επιχείρησα καν. Μετά το σταθμό ανεφοδιασμού ξεκίνησα ξανά.
Ήμουν μούσκεμα από ιδρώτα και νερό, είχαν περάσει ήδη πάνω από δύο ώρες που έτρεχα, είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει και ήμουν εξαντλημένος. Το μόνο που ήθελα ήταν να τερματίσω το συντομότερο.
Λίγο πριν την Πλάτη, υπήρχε ένα σημάδι στην άσφαλτο όπου οι διοργανωτές είχαν γράψει με μεγάλα γράμματα «ΗΜΙ». Ένοιωσα τεράστια ικανοποίηση, το ρολόι μου έγραφε 2:37:00 και είχα διανύσει τα 21.097 χιλιόμετρα του Ημιμαραθωνίου!
Κάπου εκεί, ξεκίνησαν τα δύσκολα… Ήμουν εξαντλημένος, μούσκεμα, είχα αρχίσει να νοιώθω το κρύο να με διαπερνά. Τα πόδια μου με κρατούσαν μια χαρά όμως το υπόλοιπο κορμί άρχισε να με εγκαταλείπει.
Στην Πλάτη πέρασα τη γραμμή που έγραφε «1.500 μέτρα». Πήρα κουράγιο, συνέχισα.
Ανηφόρα ξανά, αν ήμουν ξεκούραστος δεν θα την πρόσεχα καν.
Λίγο πριν το Ψυχρό, υπήρχε μία γραμμή που έγραφε «700 μέτρα». Σταμάτησα για λίγο να βρω την ανάσα μου, ήμουν ζαλισμένος. Άκουσα ένα αυτοκίνητο να σταματάει δίπλα μου, ήταν τα παιδιά από τον Ερυθρό Σταυρό, με ρώτησαν αν χρειαζόμουν κάτι. Ζήτησα ένα μπουκάλι νερό για να ξεπλύνω το πρόσωπό μου.
Η κοπέλα στο τιμόνι με φώναξε με το όνομά μου. Ήταν η Κατερίνα, αγαπημένη φίλη από τη δουλειά, εθελόντρια στο Σώμα. Μου χαμογέλασε και μου είπε πως θα ήταν στον τερματισμό!
Μάζεψα όλες μου τις δυνάμεις και συνέχισα.
Σήκωσα το κεφάλι και τερμάτισα, όπως πάντα, ακουμπώντας το βαπτιστικό μου σταυρουδάκι στα χείλη.
Εξαντλημένος μα, πιο ζωντανός από ποτέ!

Ήταν όλοι εκεί και με περίμεναν, η Ειρήνη, ο Γιάννης, η Αριστέα και τα παιδιά μας. Αυτό ήταν το πολυτιμότερο δώρο που μου έχει κάνει κάποιος μέχρι σήμερα. Μακάρι να είχα τον τρόπο να τους πω το πόσο πολύ τους ευχαριστώ όλους.
Που φώναζαν στον τερματισμό λες και είχα τερματίσει πρώτος!
Που έψαχναν να μου βρουν… μπανάνες σε όλο το Ψυχρό!
Που μου κρατούσαν το χέρι όταν καθόμουν εξαντλημένος στο πλακόστρωτο…

Όταν κατάφερα να διώξω από πάνω μου την ένταση του αγώνα, όταν μπόρεσα να βρω  κάποιες από τις δυνάμεις μου, έπιασα το κινητό μου.
«-Κατερίνα, τερμάτισα, είμαι κομμάτια»
«-Ήμουν σίγουρη… κι εσύ ήσουν!»


Είναι καταπληκτικό να υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν σε σένα!

Σάββατο 30 Ιουλίου 2016

Τα βιβλία του καλοκαιριού


Καλοκαίρι χωρίς βιβλία της Ζωρζ Σαρή δεν μπορεί να υπάρξει!
Η παιδική λογοτεχνία είναι το πιο όμορφο παράθυρο στην καθημερινότητα.
Είναι η απόδραση στις παιδικές αναμνήσεις, στα αρώματα, τα τραγούδια, τις εικόνες που μας μεγάλωσαν.
Είναι η ζωή η ίδια.


Creative Commons License
Η παραπάνω φωτογραφία χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution-NonCommercial-NoDerivs 3.0 Ελλάδα.

Πέμπτη 28 Ιουλίου 2016

Καρδιά από ατσάλι


 
Τα σχολικά μου χρόνια από το 1993 έως και το 1995 ήταν ονειρικά. Είχα φίλους πραγματικούς, έκανα παρέες. Έβγαινα, ξενυχτούσα, ήμουν ερωτευμένος με κάθε θηλυκό που περνούσε δίπλα μου, μα πάνω από όλα με τη ζωή μου την ίδια που μου χαμογελούσε. Δεν είναι λίγο πράγμα να είσαι έφηβος και να βλέπεις όλο το μέλλον να ξετυλίγεται μπροστά σου!
Θυμάμαι, σχεδόν κάθε βράδυ ήμασταν είτε στον «Νότο», είτε στο «Διαχρονικό» στις Αρχάνες να πίνουμε Β-52 με πάγο. Δεν μας ένοιαζε το κρύο, ένα χιλιάρικο και τσιγάρα μόνο να είχαμε στην τσέπη και δρόμο με τις μηχανές!
Τι μυρωδιά είχαν εκείνα τα βράδια κι ας ήταν γεμάτα καπνό και αλκοόλ! Πόσο ζεστά ήταν παρόλο που ήμασταν μόνιμα βρεγμένοι μέχρι το κόκκαλο μέσα στα λιγδιασμένα τζην παντελόνια και τα δερμάτινα μπουφάν.
Κάπου εκεί δίπλα, οι βαθμοί μου στο σχολείο, πέρα από κάθε λογική ήταν εξαιρετικοί. Ακόμα και σήμερα δεν μπορώ να κατανοήσω το πώς!

Τον Βαγγέλη δεν θυμάμαι πότε ακριβώς τον γνώρισα. Δεν θυμάμαι καν πότε αρχίσαμε να κάνουμε παρέα. Βρεθήκαμε συμμαθητές στην Β’ Λυκείου το 1993, θυμάμαι πως πάντα τον συμπαθούσα, μάλλον επειδή ήταν ιδιαίτερος σαν άνθρωπος. Δεν είχε πολλές συμπάθειες στο σχολείο, ήταν ντροπαλός, λιγομίλητος, σχεδόν απόμακρος.
Του άρεσε πολύ το ραδιόφωνο. Για κάποιο χρονικό διάστημα έκανε μια εκπομπή σε έναν τοπικό σταθμό, αργά το βράδυ, έπαιζε μπαλάντες και πάντα ξεκινούσε με το «Κρύψου» του Βασίλη Παπακωνσταντίνου. Πάντα.

Ο Βαγγέλης έκανε πολύ παρέα με τον Δημήτρη, πήγαιναν μαζί, σαν σετάκι ένα πράγμα, μαζί από παιδιά, ήταν θα μπορούσα να πω αχώριστοι.
Ο Δημήτρης ήταν μικρότερος από εμάς, ένα χρόνο αν δεν κάνω λάθος. Λόγω του Βαγγέλη βρέθηκε στην παρέα αλλά δεν άργησε να γίνει ενεργό μέλος της καθώς ήταν ένας άνθρωπος που δεν υπήρχε περίπτωση να μην τον συμπαθήσεις.
Ήταν διαόλου κάλτσα! Πολυτεχνίτης, του άρεσε πολύ ο μοντελισμός. Έφερνε θυμάμαι στο σχολείο μικρούς κινητήρες από τηλεκατευθυνόμενα μοντέλα μια περίοδο που τα 2/3 των συζητήσεών μας αφορούσαν σε κινητήρες-βενζίνη-λάδια-κόντρες. Στα διαλείμματα ή την καφετέρια του Χρήστου μονοπωλούσε την κουβέντα.
Στο πατρικό του σπίτι, είχε ένα δωμάτιο στην ταράτσα, τι ήθελες και δεν έβλεπες εκεί μέσα! Μέχρι που είχε στήσει ένα μικρό εργαστήριο για να φτιάχνει κυνηγετικά φυσίγγια, του άρεσε πολύ το κυνήγι.

Ο Λευτέρης ήταν ο «Λούης» της παρέας μας. Ήταν αυτός που μας συσπείρωνε, η δύναμη που μας κρατούσε ενωμένους, ανθρώπους που φαινομενικά έδειχναν να μην ταιριάζουν.
Ήταν αυτός που μιλούσε για γυναίκες όταν εμείς λέγαμε για ποδόσφαιρο, αυτός που δεν κάπνιζε γιατί απλά είχε άλλους τρόπους για να εντυπωσιάσει, αυτός που έβγαινε με γυναίκες όταν οι άλλοι προτιμούσαμε να παίζουμε μπιλιάρδο και ηλεκτρονικά.
Ήταν ταυτόχρονα ο ηγέτης μας, η ψυχή μας, αυτός που όλοι θαυμάζαμε και θέλαμε να μοιάσουμε.
Ένα βράδυ, Φλεβάρης του ‘95 πρέπει να ήταν, είχα βγει με το Θάνο. Ήμασταν στον Νότο, ακούγαμε acid jazz και πίναμε το ποτό μας. Ακούσαμε έναν βαρύ ήχο από μηχανή στον πεζόδρομο και πριν καλά-καλά προλάβουμε να χαμογελάσουμε ο ένας στον άλλο, από το στενό ξεπρόβαλλε ο Λευτέρης με το FZ400. Ήταν χαρακτηριστικός ο ήχος που έκανε αυτή η μηχανή, χωρίς εξάτμιση την είχε αγοράζει, έτσι έμεινε για πάντα! Παραπονιόταν πως δεν είχε χρήματα για να αγοράσει μια, για να σταματήσουν να τον βλαστημάνε οι περίοικοι από ό,που περνούσε, πράγμα απόλυτα δικαιολογημένο μιάς και ο ήχος του FZ ήταν τόσο ενοχλητικός όσο λίγα πράγματα στο Ηράκλειο εκείνης της εποχής.
Πιστεύω πως κατά βάθος ο Λευτέρης το απολάμβανε όλο αυτό. Χωρίς να το παραδέχεται, του άρεσε να είναι μοναδικός, να έχει κάτι το χαρακτηριστικό επάνω του, να τον αναγνωρίζουν. Θυμάμαι, μετά από μια πτώση με τη μηχανή του είχε σπάσει το ρελέ της μίζας και αναγκαζόταν να τη βάζει μπρος σπρώχνοντας την. Κι όμως, έβρισκε διάφορες δικαιολογίες για να μην την επισκευάσει! Είμαι σίγουρος πως τον «έφτιαχνε» ακόμα και αυτή η λοξή μοναδικότητα, να βλέπεις ένα παιδί κάτω από 1,70 να σπρώχνει μια Yamaha 200 κιλών για να πάρει μπρος!
Κάτσαμε όλοι μαζί και συνεχίσαμε το ποτό μας, εκεί στον μικρό πάγκο δίπλα στη σκάλα που οδηγούσε στον πάνω όροφο. Το μαγαζί άδειο, ήταν καθημερινή και ήμασταν σχεδόν μόνοι μας. Είχα μπροστά μου έναν Λευτέρη εντελώς διαφορετικό από ότι είχα συνηθίσει, πιο ήρεμο, πιο προβληματισμένο, πιο συγκαταβατικό. Καμία σχέση με τον ατίθασο παιδί που γνωρίζαμε στο σχολείο. Το βλέμμα του ήταν όπως πάντα καθάριο, τα μάτια του λαμπίριζαν στο σκοτάδι, το χαμόγελό του σκέπαζε τα πάντα.
Κυκλοφορούσε με μια κοπέλα εκείνη της περίοδο και πρέπει να ήταν πολύ τσιμπημένος μαζί της. Πρώτη φορά έβλεπε τα πράγματα με άλλο μάτι, σκεφτόταν πολύ σοβαρά να αρραβωνιαστεί.
Κερνούσε και ξανά κερνούσε, εγώ κι ο Θάνος είχαμε γίνει στουπί. Ο Λευτέρης δεν έπινε πολύ, δεν το συμπαθούσε το αλκοόλ γιατί ένοιωθε πως του αφαιρούσε τον έλεγχο.
Είχε σχεδόν ξημερώσει. Φύγαμε μαζί, ο Λευτέρης με τη μηχανή του κι εγώ με τον Θάνο με τη Suzuki του, πήγαμε από τον παραλιακό. Στη διασταύρωση Εθνικής Αντιστάσεως και Ικάρου, μας έπιασε κόκκινο. Ο Θάνος άρχισε να μαρσάρει, ήθελε να εντυπωσιάσει τον Λευτέρη. Με το πράσινο ξεχύθηκε μπροστά. Λίγο πριν τη στροφή στο ύψος του λιμανιού είδα πως πηγαίναμε «συστημένοι» για την τζαμαρία μιας αντιπροσωπίας με μηχανές κι άρχισα να τον χτυπάω στην πλάτη και να του φωνάζω:
« - Κόψε ρεεεε, δεν θα μας βγάλει η στροφή!»

Το κατάλαβε, έκοψε ταχύτητα.
Ο Λευτέρης που μας ακολουθούσε, έκοψε κι εκείνος. Σταματήσαμε στην άκρη του δρόμου, είχαμε ξεμεθύσει μέσα σε λίγες στιγμές.
Δεν θυμάμαι τίποτα άλλο.
Μόνο το Λευτέρη πάνω στο FZ με το αγαπημένο του δερμάτινο σακάκι και το λευκό μπλουζάκι από μέσα, να μας καληνυχτίζει.
«-Τα λέμε ρε», και να χάνεται πίσω από το ουρλιαχτό της μηχανής.

Ήταν η τελευταία φορά που τον είδα….
Ή μάλλον όχι…

Τον Λευτέρη, τον Βαγγέλη και τον Δημήτρη, τους είδα για τελευταία φορά στις 25 Ιουλίου 1995.
Τη μέρα που τους αποχαιρέτισα για πάντα.
Τον καθένα ξεχωριστά, αν και οι τρείς τους ήταν τόσο κολλητοί που θεώρησαν αδιανόητο να αφήσουν ο ένας τον άλλο να φύγει μόνος για ένα τόσο μακρινό ταξίδι.
Για το ταξίδι χωρίς γυρισμό.
Τη μέρα εκείνη, ένα κομμάτι της καρδιά μου έφυγε για πάντα μαζί τους κι έμεινε εκεί.

Οι μέρες πέρασαν, το καλοκαίρι είχε σχεδόν τελειώσει.
Δούλευα σε οικοδομές, περίμενα να περάσουν οι μέρες να δω αν τον Σεπτέμβριο θα πήγαινα στο Πανεπιστήμιο ή θα υπηρετούσα τη θητεία μου.
Ένα απόγευμα τελειώνοντας από τη δουλειά, πέρασα όπως κάθε μέρα από ένα βενζινάδικο που υπήρχε λίγο παραπάνω από το πατρικό μου. Το βλέμμα μου κόλλησε.
Δίπλα σε μια αντλία στεκόταν η μηχανή του Λευτέρη.
Με κοίταζε περήφανη. Πληγωμένη.
Είχε ένα κόκκινο «ΠΩΛΕΙΤΑΙ» κρεμασμένο στο τιμόνι.
Έμεινα να την κοιτάζω αποσβολωμένος.
Ράγισα.
Μπήκα στο πατρικό μου αμίλητος.
Μετά από λίγο, χτύπησε το σταθερό τηλέφωνο, για κινητά ούτε λόγος εκείνη την εποχή.
Ήταν ο Θάνος.
Δεν είπε πολλά.
«-Την είδες», χωρίς να χρειαστεί να προσδιορίσει.
«-Ναι», του απάντησα.
Ξέσπασα σε λυγμούς.
Χτύπησα το τηλέφωνο να κλείσει με όση δύναμη είχαν τα χέρια μου.

Ένα κομμάτι παγωμένο μέταλλο σφράγισε μια για πάντα μια περίοδο που δεν θα επέστρεφε ποτέ…