Δευτέρα 23 Σεπτεμβρίου 2019

Σαν φιγούρα του Λειβαδίτη...

"Ήταν ένας νέος ωχρός.
Χειμώνας. Κρύωνε.
"-Τί περιμένεις;" του λέω.
"-Τον άλλο αιώνα" μου λέει..."
Τάσος Λειβαδίτης

Πολύ κοντά στο πατρικό μου είναι ένα μικρό ψιλικατζίδικο.
Μικρό μαγαζάκι, φτωχικό.
Τρία σκαλιά από τον δρόμο, στο υπερυψωμένο του πεζοδρόμιο κάθεται κάθε απόγευμα, χειμώνα-καλοκαίρι ένα παλικάρι, είναι δεν είναι 45 χρονών.
Στην ίδια πάντα θέση.
Φορώντας τα ίδια μαύρα ρούχα.
Με το ίδιο τύπου-δερμάτινο σακάκι.
Καπνίζει ασταμάτητα με το κορμί του γυρτό και το ανέκφραστο βλέμμα του χαμηλωμένο στο δρόμο.
Σχεδόν ακίνητος, λες κι έχει παγώσει ο χρόνος.
Λες και προσπαθεί να αντέξει το βάρος που του φόρτωσε η μοίρα.

Λες και τον κοιτούσε ο Λειβαδίτης όταν έγραφε...

Σάββατο 14 Σεπτεμβρίου 2019

Με αφορμή την έκθεση φωτογραφιών μου στο Καθολικό Παρεκκλήσιο του Τιμίου Σταυρού

Με αφορμή τη έκθεση των φωτογραφιών μου στο Καθολικό Παρεκκλήσι του Τιμίου Σταυρού στα πλαίσια του φεστιβάλ της Αθέατης Πόλης 2019, έγραψα το παρακάτω κείμενο το οποίο θα παραμείνει στην πρόσοψη του παρεκκλησίου και μετά το τέλος της έκθεσης, σαν ένα ελάχιστον "ευχαριστώ" τον Καθολικό εφημέριο πατέρα Δανιήλ για όλες τις διευκολύνσεις που μου παρείχε προκειμένου να γίνουν όσα είχα μέσα στο μυαλό μου, πραγματικότητα.
Το κείμενο αυτό το συνέταξα μετά από πολύωρη έρευνα στα αρχεία της Βικελαίας Δημοτικής Βιβλιοθήκης καθώς και στο Αρχείο Εφημερίδων της ίδιας.


"Το Καθολικό νεκροταφείο και το παρεκκλήσιο του Τιμίου Σταυρού"

Από το 1669 που ολοκληρώθηκε η κατάληψη της Κρήτης από τους Οθωμανούς, οι καθολικοί ενταφιάζονταν στο κοινό νεκροταφείο των Ελλήνων ενώ υπάρχουν αναφορές για μεμονωμένες ταφές στον Άγιο Ματθαίο των ορθοδόξων.
Το πρώτο αμιγώς καθολικό κοιμητήριο του Ηρακλείου ξεκίνησε την λειτουργία του το 1728 ανατολικά της πόλης στη ευρύτερη περιοχή της Τρυπητής, στο σημερινό παραλιακό μέτωπο. Η λειτουργία του πρώτου αυτού κοιμητηρίου συνεχίστηκε μέχρι το 1856, περίοδο κατά την οποία συνεχιζόταν ο ενταφιασμός καθολικών πιστών τόσο στο δάπεδο εκκλησιών, όσο και στο νεκροταφείο των Ελλήνων.
Το οικόπεδο...
Από συμβολαιογραφικά έγγραφα του Αρχείου της Καθολικής Ενορίας Ηρακλείου, προκύπτει πως ο ευρύτερος χώρος μέσα στον οποίο βρίσκεται το κοιμητήριο των καθολικών, αγοράσθηκε το 1856 από κάποιον με το όνομα Αμπραχάμ, γιο του Βαρτάν και είχε έκταση περίπου δέκα στρέμματα.
Ο Νικόλαος Σταυρινίδης από την άλλη αναφέρει πως το οικόπεδο παραχωρήθηκε από την τουρκική διοίκηση προκειμένου να χρησιμοποιηθεί σαν κοιμητήριο των δυτικών, αμέσως μετά την έκδοση του Αυτοκρατορικού Διατάγματος Χατ-ι Χουμαγιούν που έφερε στην οθωμανική αυτοκρατορία τη σημαντικότερη αναδιοργάνωση των μη μουσουλμανικών θρησκευμάτων και υποχρέωσε ουσιαστικά τους Οθωμανούς να παραχωρήσουν θρησκευτικές ελευθερίες στους μη μουσουλμάνους πολίτες της οθωμανικής επικράτειας.
Το οικόπεδο που κατά τον Σταυρινίδη παραχωρήθηκε από τον Βαλκαδίν Πασά του Μεγάλου Κάστρου, βρισκόταν σε απόσταση "βολής τυφεκίου" από τα τείχη του φρουρίου και υπάρχουν ενδείξεις πως ταυτίζεται με τον χώρο πρώτου κοιμητήριο του 1728.
Αξίζει ίσως στο σημείο αυτό να αναφέρουμε πως σύμφωνα και πάλι με τον Σταυρινίδη, κατά τη διάρκεια εργασιών αποστράγγισης και καθαρισμού πηγαδιού στην ανατολική όχθη του ποταμού Μαρουλά που σήμερα βρίσκεται κάτω από την λεωφόρο Εθνικής Αντιστάσεως, πολύ κοντά στο οικόπεδο που βρίσκεται το καθολικό κοιμητήριο, βρέθηκαν σε αυτό πλήθος οστών και κρανίων που ο Ηρακλειώτης ιστοριοδίφης αναφέρει πως ενδεχομένως να ανήκαν στους στρατιώτες του Δούκα του Μποφώρ που σκοτώθηκαν εκεί κατά την διάρκεια της πολιορκίας του Μεγάλου Κάστρου το 1668. Ο χώρος λοιπόν δείχνει να έχει μια σημαντική ιερότητα που χάνεται στο παρελθόν...
Το κοιμητήριο άρχισε να λειτουργεί επίσημα στις 4 Ιανουαρίου 1858 με την ταφή της
Josephina Rossi, δίχρονου κοριτσιού, ανιψιάς του Giovanni Ittar.
Η λειτουργία του συνεχίστηκε κανονικά μέχρι τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο. Τον Μάιο του 1944 υπέστη σοβαρότατες καταστροφές από την ανατίναξη γερμανικού πλοίου στον χώρο του λιμανιού. Από την έκρηξη αυτή που συγκλόνισε όλη την πόλη του Ηρακλείου προκαλώντας τεράστιες ζημιές, οι τάφοι ανοίχθηκαν και οι ταφές διασαλεύτηκαν σε τέτοιο βαθμό ώστε σε συνδυασμό με τους μετέπειτα βανδαλισμούς, ήταν αδύνατος ο εκ των υστέρων διαχωρισμός των οστών!

Μεταπολεμικά, το μεγαλύτερο τμήμα του οικοπέδου όπως πολλά άλλα οικόπεδα που ανήκαν στην καθολική εκκλησία εκποιήθηκε, αγοράστηκε σε το 1951 από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος για να κτιστεί πολύ αργότερα το παρακείμενο κατάστημα.
Ο πρώτος μεταπολεμικός καθολικός ιερέας που εγκαταστάθηκε στο Ηράκλειο το 1953, έκανε σποραδικά ενταφιασμούς στο κοιμητήριο μέχρι τις 5 Αυγούστου 1966 που έγινε η τελευταία καταγεγραμμένη ταφή.
Από το 1966 κι έπειτα οι βανδαλισμοί ήταν συνεχείς με αποκορύφωμα φτάνοντας στο 1981 ο χώρος να έχει μετατραπεί σε στάνη προβάτων και τα μνήματα να χρησιμοποιούνται ως ταΐστρες!

Το σημερινό κοιμητήριο καλύπτει μια έκταση 250 τετραγωνικών μέτρων και είναι ουσιαστικά ό,τι απέμεινε μαζί με το παρεκκλήσι  από το αρχικό οικόπεδο των 10 στρεμμάτων.
Το παρεκκλήσι...
Το παρεκκλήσι του Τιμίου Σταυρού χτίστηκε στο οικόπεδο του κοιμητηρίου το 1894 όπως αναφέρει και πέτρινη επιγραφή που τοποθετήθηκε πρόσφατα στην είσοδό του. Έχει επιφάνεια περίπου 80 τετραγωνικά μέτρα και δεν ακολουθεί κάποιο αρχιτεκτονικό ρυθμό ούτε έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά.
Από το 2001 ξεκίνησε μια ουσιαστική προσπάθεια συντήρησής του που συνεχίζεται μέχρι και σήμερα από τον καθολικό εφημέριο πατέρα Δανιήλ με την διαρκή συντήρηση του ναού ώστε να μπορεί να είναι λειτουργικός και επισκέψιμος.

Πηγή: Εφημερίδα "Πατρίς 10/11/1956, Αρχείο Καθολικής Ενορίας Ηρακλείου
Επιμέλεια: Μάριος Στ. Ψαλιδάκης για την Αθέατη Πόλη 2019
















Creative Commons License
Οι παραπάνω φωτογραφίες και το κείμενο χορηγούνται με άδεια Creative Commons Attribution-NonCommercial-NoDerivs 3.0 Ελλάδα.

Τετάρτη 11 Σεπτεμβρίου 2019

Τα χρόνια μου στο γυμνάσιο....

Μια παλιά συμμαθήτρια πριν απο μερικές μέρες μου έστειλε αυτή τη φωτογραφία και ξύπνησε αναμνήσεις που ήταν καλά κρυμμένες στα χρόνια που μεσολάβησαν.
Θυμήθηκα τα σχολικά μου χρόνια στο 12ο γυμνάσιο.
Θυμήθηκα τα φιλαράκια μου που περάσαμε, τρία χρόνια μαζί, τόσες και τόσες όμορφες στιγμές που αν και κρυμμένες μέσα μου τόσα χρόνια, τις κρατάω φυλαχτό.
Θυμήθηκα τον έρωτα που έκανε το πρόσωπό μου να πιάνει φωτιά!
Θυμήθηκα την αγνή και άδολη φιλία.
Μα πάνω από όλα, θυμήθηκα πόσο ευτυχισμένος ένοιωθα τότε.
Θυμήθηκα το χαμόγελο που τόσο ξεκάθαρο είναι άλλωστε τόσο σε αυτήν όσο και σε δυο τρεις άλλες φωτογραφίες που τη συνόδευαν.
Σας ευχαριστώ τόσο πολύ όλους παιδιά για τα όμορφα χρόνια που περάσαμε μαζί.
Σας αγαπώ τόσο πολύ όλους!
Δεν πρόκειται να ξεχάσω ποτέ τις στιγμές που ζήσαμε μαζί!




Πέμπτη 5 Σεπτεμβρίου 2019

Μνήμα μονάχο...

Είναι από τις φορές που μια φωτογραφία τα λέει όλα...
Αλλά ταυτόχρονα δεν λέει τίποτα.
Είναι τότε που οι λέξεις είναι μικρές μπροστά στο συναίσθημα που προκαλεί η εικόνα...

Κύθηρα, ένα βήμα από το μοναστήρι της Αγίας Μόνης.
Κι όμως, ένα βήμα που θαρρείς είναι τόσο μακρινό που, αυτό το μνήμα είναι πνιγμένο στα χόρτα, χωρίς ένα φύλλο δροσερό λουλούδι να το υγραίνει, χωρίς μια σταγόνα λάδι να καίει στο καντήλι του.
Περιφραγμένο κι απροσπέλαστο με ένα σκουριασμένο λουκέτο που έχει χρόνια να ξεκλειδώσει να εμποδίζει κάθε πρόσβαση.
Μόνη του συντροφιά οι πέτρες, τα αγριόχορτα, το αγέρι...
Και δυο λέξεις που φαίνονται με δυσκολία πάνω στο μάρμαρο:
"Μοναχή Μαριάμ Νοταρά.
Προσδοκώ Ανάσταση νεκρών".

Μόνη.
Creative Commons License
Η παραπάνω φωτογραφία χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution-NonCommercial-NoDerivs 3.0 Ελλάδα.

Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2019

"Καντή"...

Ορισμένα πράγματα στη ζωή, συμβαίνουν αναπόφευκτα, έχω αρχίσει να πιστευώ.
Λες και υπάρχει τελικά το "Κάρμα" των ινδουιστών, λες και όσο κι αν προσπαθήσεις να αποφύγεις κάτι, τελικά, αν είναι να σε βρει, θα σε βρει.
Ινδουιστής δεν είμαι.
Δεν πιστεύω στον νόμο του Μέρφυ.
Για το βιβλίο της Κατερίνας Φραγκάκη, δεν ξέρω τί πρέπει να πιστέψω για τον τρόπο που βρέθηκε στα χέρια μου!
Βρισκόμουν σε κεντρικό βιβλιοπωλείο και κοιτούσα το ράφι με τους ντόπιους συγγραφείς. Χωρίς να το καταλάβω, κοίταξα τα πόδια μου και είδα ένα βιβλίο να πέφτει από τη θέση του και να βρίσκεται πάνω στα παπούτσια μου. Το άνοιξα, το ξεφύλισσα. "Καντή" έγραφε το εξώφυλλο, όνομα γνωστό στα μέρη μας.
Άνοιξα την πρώτη σελίδα για να δω το βιογραφικό του συγγγραφέα και μ' έπιασε ένα τρέμουλο: διαπίστωσα πως έχω γεννηθεί την ίδια μέρα με την Κατερίνα Φραγκάκη. Το αγόρασα χωρίς να μπω καν στον κόπο να το ξεφυλλίσω!
Το βιβλίο αυτό ήταν για μένα μια ευχάριστη έκπληξη. Γέμισε το μυαλό μου γνώριμες εικόνες από την κρητική ύπαιθρο. Γέμισε τα ρουθούνια μου μυρωδιές, με ταξίδεψε σε εποχές δύσκολες, που δεν τις έζησα.
Τελικά ίσως να αρχίσω να πιστεύω στο πεπρωμένο!
Διάβασέ το.
Αξίζει.



Δευτέρα 26 Αυγούστου 2019

Καλοκαίρια στο Τσαλικάκι...


Αριστερά η παράγκα, στη μέση η μία ελια, η κούνια στηρίζεται
στην άλλη και δεξιά στο βάθος το αμπέλι

Ο Αύγουστος είναι ο μήνας των παιδικών μου αναμνήσεων.
Πώς να ξεχάσω τόσες θύμησες που είναι μαζεμένες στο μυαλό μου;
Θυμάμαι τις μέρες που ζούσαμε με τον παππού και τη γιαγιά στην παράγκα τους στο Τσαλικάκι. Τότε που κοιμόμασταν όλα τα αδέρφια αγκαλιά στα παλιά μεταλλικά κρεβάτια, προίκα της γιαγιάς. Θυμάμαι το παλιό φανάρι του πετρελαίου και τον «αγώνα» που έδινε κάθε βράδυ ο παππούς για να το ανάψει! Και όταν πλέον τα κατάφερνε, θυμάμαι την ευχαρίστησή μας που γέμιζε ο τόπος φως και καθόμασταν όλοι μαζί γύρω από το αυτοσχέδιο ξύλινο τραπέζι για να φάμε, να πούμε ιστορίες. Για να γελάσουμε μέχρι να κλείνουν τα μάτια μας από τη νύστα, ή μέχρι να μας σβήσει ο παππούς το παλιό φανάρι για να αναγκαστούμε να πάμε για ύπνο!
Θυμάμαι τη μυρωδιά που είχε η παράγκα τα πρωινά που έπεφταν στην οροφή της οι πρώτες ακτίνες φωτός. Μύριζε ζεστό πλαστικό, από τον μουσαμά που χρησιμοποιούσε ο παππούς για να σφραγίζει τις χαραμάδες στα τοιχώματα της παράγκας για να μην μπαίνει ο αέρας και κρυώνουμε το βράδυ. Και μετά, θυμάμαι το ξύπνημα με την μυρωδιά από τον καφέ και το κακάο  που έφτιαχνε το πρωί η γιαγιά πριν ξεκινήσει ο… «καυγάς» μεταξύ μας για το ποιος από όλους θα χρησιμοποιούσε για το πρωινό του ρόφημα τη «χειλού», την πορσελάνινη φλιτζάνα με τα χοντρά τοιχώματα, σαν σαρκώδη χείλη. Ήταν τότε που τα παιδιά ψάχναμε ασήμαντες αφορμές για αντιπαράθεση, λες και ήταν απαραίτητο συστατικό για να δέσει η καθημερινότητά μας.
Θυμάμαι το βορεινό παράθυρο της παράγκας, πάνω από το κρεβάτι που κοιμόταν η γιαγιά, το ανοίγαμε κάθε πρωί  και η ματιά μας έφτανε μέχρι τη θάλασσα για να δούμε τον κυματισμό, κριτήριο για το αν θα πηγαίναμε για μπάνιο. Κάπου εκεί δίπλα είχαμε χαράξει όλα τα αδέρφια το όνομά μας, χάθηκαν τα χαράγματα με τα χρόνια, χάθηκε και η θάλασσα από το παράθυρο καθώς γέμισε ο ορίζοντας πολυώροφα σπίτια.

Θυμάμαι ακόμα μια χρονιά που μέναμε στην παράγκα, αρχές Σεπτέμβρη πρέπει να ήταν, που έπιασε ξαφνικά μια καλοκαιρινή μπόρα, η παράγκα άρχισε να μπάζει νερό από παντού και ο παππούς με την γιαγιά από τη μια έτρεχαν πανικόβλητοι να βρούν ένα μεταφορικό μέσο να μας μαζέψει να μας πάει στο πατρικό μας και από την άλλη προσπαθούσαν να σώσουν ό,τι προλάβαιναν από το καλοκαιρινό νοικοκυριό που έγινε μούσκεμα!
Πώς αλήθεια γίνεται να ξεχάσω τον τρύγο, ευλόγησε και τη δική μου γενιά αυτή η πανάρχαια ιερή τελετουργία. Το αμπέλι μας στο Τσαλικάκι δεν ήταν μεγάλο, όμως ο παππούς το αγαπούσε και το φρόντιζε όσο του επέτρεπαν οι γνώσεις και η εμπειρία του. Ήταν η μόνη του περιουσία αυτό το αμπέλι, προίκα της της γιαγιάς μου, η μόνη του ασχολία μετά την συνταξιοδότηση.
Πώς να ξεχάσω το πρωινό στο αμπέλι τη μέρα του τρύγου, τη μυρωδιά του ώριμου σταφυλιού που γέμιζε τα ρουθούνια. Τη ζέστη του Αυγούστου. Τα δεκάδες ζωύφια που μας «πολιορκούσαν» προκαλώντας μας πανικό, άμαθοι όπως ήμασταν στη ζωή της εξοχής. Πώς να ξεχάσω τα «τσιγκάκια», τα πλαστικά καλάθια που κουβαλούσαν οι μεγάλοι τα κομμένα σταφύλια, την «αλουσά», το υγρό που βουτούσαν τα σταφύλια για να σταφιδιάσουν, τα «τσαπράζια», τα κυρτά μαχαίρια που χρησιμοποιούσαν για να κόβουν τα σταφύλια, πόλεμος γινόταν θυμάμαι κάθε χρονιά για το ποιος θα πάρει ποιο τσαπράζι από αυτά που φύλαγε ο παππούς πάνω από την πόρτα της παράγκας!
Θυμάμαι τα χέρια μου που ήταν γεμάτα πληγές από το τσαπράζι, την κοιλιά που μου πονούσε από τα πολλά σταφύλια που είχα φάει όλη την ημέρα. Δεν πρόκειται ποτέ να ξεχάσω το μεσημεριανό φαγητό κάτω από τη σκιά της εκατοντάχρονης ελιάς δίπλα στην παράγκα που κατά κανόνα περιελάμβανε μακαρόνια με κιμά και χωριάτικη σαλάτα! Θυμάμαι όλοι, συγγενείς και εργάτες, καθόμασταν γύρω από το χαμηλό τραπέζι για να φάμε και τις περισσότερες φορές, όλοι προτιμούσαν τις «βουτιές» στην πλούσια σαλάτα αντί για την μακαρονάδα που μύριζε βούτυρο!
Δεν πρόκειται ποτέ όσο ζω να ξεχάσω το αμπέλι μας στο Τσαλικάκι που το ξεπατώσαμε για χάρη μιας επιδότησης, την παράγκα μας που την γκρεμίσαμε για χάρη της ρυμοτόμησης, τις δυο γέρικες ελιές που τις κόψαμε για καυσόξυλα.
Το αμπέλι αν και γέρικο μας χάριζε καρπούς μέχρι την τελευταία στιγμή της ύπαρξής του.
Η παράγκα μέχρι που άρχισε να καταρρέει από την εγκατάλειψη, ποτέ δεν αρνήθηκε την φιλοξενία κάτω από την στέγη της.
Οι ελιές μας αν και εκατοντάχρονες ποτέ δεν αρνήθηκαν σε κανέναν τη σκιά, τη δροσιά, την ηρεμία που χάριζε η φυλλωσιά τους, τον ήχο που μοίραζαν απλόχερα όταν το καλοκαιρινό αεράκι τους χάιδευε τα γερασμένα κλαδιά….




 

Τρίτη 20 Αυγούστου 2019

Και οι άνθρωποι σωπαίνουν....





Έλκω την καταγωγή μου από ένα μικρό χωριό του νομού Λασιθίου, την Βουλισμένη Μεραμπέλου.
Το χωριό μου σήμερα ζει στη σκιά της παρακείμενης κωμόπολης, της Νεάπολης, είναι καταδικασμένο κατά κάποιο τρόπο να συνυπάρχει με την μεγάλη αδερφή του που κάποτε ξεπερνούσε σε έκταση και αίγλη. Δεν είναι τυχαίο που οι παλιοί αποκαλούσαν την Βουλισμένη "Μικρό Παρίσι".
Ο τόπος μου γέννησε σημαντικούς ανθρώπους. Ανθρώπους γραμματιζούμενους που ξεπέρασαν τα στενά όρια ακόμα και της Κρήτης και έκαναν γνωστό τον τόπο καταγωγής μας σε όλη την Ελλάδα.
Λίγα μέτρα από το χωριό βρίσκονται τα ερείπια της μονής Φραρώ του Αγίου Αντωνίου των Φραγκισκανών μοναχών που σύμφωνα με την παράδοση, ξεκίνησε την πνευματική του πορεία ο μοναδικός Ελληνικής καταγωγής Πάπας της Καθολικής εκκλησίας, ο Αλέξανδρος ο 5ος, κατα κόσμο Πέτρος Φίλαργης.
Ένα από τα παιδιά της Βουλισμένης για τον οποίο είμαι περήφανος τόσο για την κοινή μας καταγωγή όσο και το κοινό μας επώνυμο που φανερώνει τη συγγένεια που μας ενώνει, είναι ο Ευάγγελος Ψαλιδάκης.
Γεννήθηκε το στις 11 Σεπτεμβρίου 1912 στη Βουλισμένη. Αποφοίτησε από την θεολογική σχολή της Χάλκης το 1935, χειρονήθηκε πρεσβύτερος στις 11 Νοεμβρίου 1936 παίρνοντας το όνομα "Ευγένιος", την ίδια μέρα που έλαβε και το αξίωμα του Αρχιμανδρίτη. Υπηρέτησε ως γενικός αρχιερατικός επίτροπος της Μητροπόλεως Κρήτης μέχρι τις 28 Φεβρουαρίου 1946 οπότε και χειρονήθηκε επίσκοπος Αρκαδίας.
Στις 23 Μαΐου 1950 εξελέγη Μητροπολίτης Κρήτης.
Στις 28 Φεβρουαρίου 1967 προήχθη σε Αρχιεπίσκοπο.
Εκοιμήθη στο Λονδίνο στις 7 Φεβρουαρίου 1978.


Τον Ευγένιο δεν τον γνώρισα ποτέ. Τον ξέρω μόνο από αφηγήσεις ανθρώπων που τον συνάντησαν και όλοι ανεξαιρέτως μιλάνε για έναν άνθρωπο λεβέντη, χαμογελαστό, έναν άνθρωπο άξιο που πάντα είχε σαν πρώτο του μέλημα να απαλύνει τον πόνο του διπλανού του. Να βοηθήσει.
Σαν ένα άνθρωπο με βλέμμα καθάριο, αληθινό ιεράρχη που δεν ξεχώριζε τους ανθρώπους ακόμα και αν ανήκαν σε διαφορετικό δόγμα.
Σαν ένα παπά "αντάρτη" που στα χρόνια της κατοχής έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι τους για να σώσει ακόμα και μια ψυχή, έναν επικυρηγμένο, να ταΐσει μια οικογένεια που πεινούσε.
Με κάθε κόστος.
Αντίθετα με όσα έχουν ακουστεί, ο Ευγένιος δεν αφόρησε ποτέ τον Καζαντζάκη, δεν θα μπορούσε να το κάνει ποτέ, σαν μορφωμένος άνθρωπος, σαν κρητικός, σαν άνθρωπος που πάντα σεβόταν την διαφορετικότητα.


 Αυτές τις μέρες ένοιωσα υπερήφανος διαβάζοντας το εξαιρετικό βιβλίο του Νίκου Ψιλάκη "Και οι θάλασσες σωπαίνουν" καθώς στις σελίδες της έρευνας ουσιαστικά του συγγραφέα αναφορικά με την τύχη των Κρητών Εβραίων το 1944, είδα τρεις πολύ σημαντικές αναφορές στο όνομα του Ευγένιου.


"...Αλλά μην νομίζετε πως ήταν εύκολο να προσεγγίσει κανείς τους χώρους στους οποίους κρατούνταν, όλως ιδιαιτέρως τον χώρο που κρατούνταν οι Εβραίοι (σ.σ. ο συγγραφέας αναφέρεται στην στοά Μακάσι των Ενετικών τειχών). Πάνοπλοι φύλακες απαγόρευαν τη διάβαση. Όσο βρισκόμουν εκεί άφησαν μόνο τρεις παπάδες να περάσουν - ένας εξ αυτών ο αρχιμανδρίτης Ευγένιος Ψαλιδάκης - και τρεις κοπέλες με περιβραχιόνιο του Ερυθρού Σταυρού. Οι παπάδες κουβαλούσαν γεμάτους ντορβάδες, υποθέτω για περιείχαν τροφές, αλλά τους κατέσχεσαν στα φυλάκια, η φιλανθρωπία εκ μέρους των ιδιωτών  απαγορευόταν..."


"...Ο αρχιμανδρίτης ξεχωρίζει στο πλήθος. Φαίνεται ψηλός και γεροδεμένος. Ένας ντόπιος ναυτικός σκουντά τον διπλανό του. "Ο Ευγένιος". Πειραιώτης ο άλλος, δεν ξέρει. "Ποιός είπες;". "Ο Ευγένιος". "Δηλαδή;"."Πρωτοσύγγελος είναι, τοποτηρητής του Δεσπότη. Δεν έχει ακόμα τον βαθμό του επισκόπου, αλλά λογίζεται πιότερο κι από Μητροπολίτης".


"... Ο ναύτης Σαράντης μένει κολλημένος στην ίδια θέση. Με το βλέμμα καρφωμένο στο διάκο. Δεν ξέρει ότι λίγες μέρες αργότερα τούτος ο διάκος θα ψάχνει τρόπους να ειδοποιήσει κάποιες οικογένειες. Όσες μπορούσε να θυμηθεί. Κι ακόμη πιο μετά, δεκαετίες μετά, θ' ακουστεί κάτι σαν αδέσποτη φήμη: "ο αρχιμανδρίτης έχωσε στα ράσα του ένα ή δύο βρέφη για να τα σώσει, δυο Εβραιόπουλα. Φήμη μόνο. Ποιός να την επιβεβαιώσει; Και ποιός να τη διαψέυσει;"


Πριν από πολλά χρόνια βρέθηκα στο μοναστήρι της Αγίας Ειρήνης στον Κρουσώνα. Στο τοίχο του καθιστικού που οι καλόγριες έφτιαχναν καφέ για τους επισκέπτες, υπήρχε μια μεγάλη φωτογραφία του Ευγένιου. Την κοιτούσα για ώρα με θαυμασμό και απορία συνάμα.
Με πλησίασε μια καλόγρια και μου είπε:
"-Έχετε τα ίδια μάτια με τον μακαριστό μητροπολίτη!".
Ίσως....



Η προτομή του Ευγένιου μπροστά από τον Μητροπολιτικό ναό
του Αγίου Μηνά στο Ηράκλειο