Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2019

Πόπη...



Κάποια μέρα, κάποιος θα πρέπει να μιλήσει για αυτή την γυναίκα. Κάποιο στόμα θα πρέπει να ανοίξει, να την μνημονεύσει. Να εξηγήσει τις πράξεις που όλοι της προσάπτουν.
Να τη δικαιώσει.
Ήταν η Πόπη, η αδερφή του πατέρα μου.
Κανείς δεν μου έχει μιλήσει γι’ αυτήν.
Ποτέ, όλα τα στόματα παρέμεναν πάντα ερμητικά κλειστά.
Ο παππούς και η γιαγιά έστρεφαν το κεφάλι τους από την άλλη όταν τους ρωτούσα «-Ποια είναι αυτή;» κοιτώντας την ασπρόμαυρη φωτογραφία στον τοίχο.
Ο παππούς, σκληρός άνθρωπος, από οργή και απέχθεια.
Η γιαγιά, από πόνο για το χαμένο παιδί και από τον φόβο της οργής του «γέρου».
Ο πατέρας μου ποτέ δεν μίλησε για εκείνη, ούτε μια λέξη δεν τον έχω ακούσει να προφέρει. Μόνο όταν κάποιες φορές θυμάται τα παιδικά του χρόνια, γελάει με νοσταλγία σαν μας λέει την ιστορία για την αδερφή του που την πείραζε διαρκώς κι εκείνη του πέταξε ένα ψαλίδι!
Και μετά, αλλάζει κουβέντα και σκοτεινιάζει πάλι…. Λες και η θύμησή της ακόμα είναι αμαρτία. Λες και στο αίμα του είναι πια γραμμένο πως θα πρέπει να ξεχάσει κι ας αδυνατεί, την μεγάλη του αδερφή.
Τη μόνη που όταν των κοιτάζω στις λιγοστές ασπρόμαυρες φωτογραφίες που υπάρχουν, θαρρώ πως βλέπω εκείνον. Τα μάτια του, τα μαλλιά του τα κυματιστά, τα πυκνά του φρύδια, τα χείλη του.
Τα χείλη μου.
Το γέλιο της είμαι σίγουρος, τράνταζε τη γης, άνοιγε το στόμα της διάπλατα για να γελάσει λες και γελούσε όλη της η ψυχή και ο αέρας έψαχνε διέξοδο για να μην πλαντάξει από τη χαρά! Φαίνεται καθαρά αυτό σε μια άλλη φωτογραφία, κάθεται σε μια καρέκλα με ένα μικρό παιδάκι στην ποδιά της, γελάει με το στόμα ανοικτό και τα μάτια της λάμπουν από ευτυχία…
Και μετά;
Μετά τι;
Τα στόματα είπαμε, δεν ανοίγουν.
Κάποτε η μάνα μου τρίκλισε πως η θεία πέθανε από περιτονίτιδα, ένα ψίθυρος που πιο ψεύτικος δεν θα μπορούσε να είναι.


Τι έγκλημα λοιπόν έκανε η Πόπη;
Το μέγιστο υποθέτω για την εποχή της.
Ερωτεύτηκε.
Τον λάθος άνθρωπο; Μπορεί.
Ποιος μπορεί να κρίνει την καρδιά του ανθρώπου;
Δεν έκανε κακό σε κανέναν άλλο παρά τον εαυτό της. Βρέθηκε δακτυλοδεικτούμενη σε μια κλειστή κοινωνία που δεν γνώριζε παρά να «κρίνει» και να «χαρακτηρίζει», μόνη από υποστήριξη με ένα παιδί εκτός γάμου στα σπλάχνα της.
Ο κόσμος τότε όπως και σήμερα υπήρξε αδυσώπητος. Όλοι κοιτούσαν ελάχιστα πέρα από την μύτη τους και έψαχναν για εξιλαστήρια θύματα που θα σήκωναν το βάρος της ενοχής και του καθωσπρεπισμού που κουβαλάμε όλοι από την ώρα που αρχίζουμε να νοιώθουμε την κρύα ανάσα αυτού του κόσμου.
Την ανάσα της υποκρισίας που ξέσπασε πάνω στην οικογένεια του παππού μου και τον ανάγκασε, από νοικοκύρης, μυλωνάς ήταν στο χωριό, να ξεσπιτωθεί με την οικογένειά του και να έρθει στο Ηράκλειο για να προσπαθήσει με πέντε παιδιά και μια κόρη που εγκυμονούσε ένα νόθο παιδί, να ξεκινήσει μια καινούργια ζωή.
Το βάρος της επιβίωσης τα επόμενα χρόνια έπεσε πάνω στην Πόπη.
Έκανε κάθε δουλειά που περνούσε από το χέρι της, ήταν μοδίστρα, έκανε την παραδουλεύτρα. Έκανε τη δασκάλα της ραπτικής στα παιδιά της γειτονιάς. Αγωνίστηκε.
Μαθήτριά της ήταν η μάνα μου, έτσι γνωρίστηκαν με τον πατέρα, από μικρά παιδιά μαζί.
Ό,τι κέρδιζε η Πόπη από τη δουλειά της, το έδινε στο σπίτι. Για την επιβίωση, για να προικιστούν οι αδερφές της, για να ξεφύγουν εκείνες από το στίγμα, να παντρευτούν, να κάνουν οικογένεια.
Προσπαθούσε να μεγαλώσει το παιδί της απέναντι στην οργή και την προκατάληψη του παππού που, προφανώς τους θεωρούσε και τους δύο ένοχους που η ζωή όλων είχε πάρει λάθος δρόμο.
Συνέχισε να βλέπει τον άνθρωπο που είχε αγαπήσει, εκείνον που τελικά αναγνώρισε το παιδί αλλά δεν την παντρεύτηκε ποτέ.
Έμεινε ξανά έγκυος. Κανένας δεν ήθελε αυτή την εγκυμοσύνη.
Προσπάθησε να την διακόψει.
Για να μην έχει ο κόσμος να λέει.
Ήταν αυτή η καταραμένη εποχή που ένα ακόμα παιδί εκτός γάμου να τους είχε αλλάξει ξανά τη ζωή.
Ήταν η εποχή που οι υποδομές υγείας ήταν λιγότερο από υποτυπώδεις.
Που οι εκτρώσεις ήταν παράνομες.
Που τα «παράνομα» νυστέρια δεν ήταν αποστειρωμένα…
Η Πόπη χάθηκε, όχι από περιτονίτιδα.
Η θεία Πόπη χάθηκε γιατί αγάπησε.
Τον λάθος άνθρωπο;
Ίσως.
Την λάθος εποχή;
Η εποχή εκείνη ήταν σίγουρα πέρα για πέρα λάθος, από πολλές απόψεις.


Το πέπλο του χαμού της Πόπης έπεσε βαρύ στην οικογένεια. Δεν ξέρω αν ήταν αυτή καθεαυτή η απώλεια ή ο τρόπος που χάθηκε.
Ο παππούς εξαντλούσε την σκληρότητά του πάνω στο παιδί της. Εύχομαι οι ιστορίες που έχω ακούσει κατά καιρούς από τον ίδιο τον ξάδερφό μου να ήταν ψέματα, όμως είναι ένας άνθρωπος που μεγάλωσε μόνος, κυνηγημένος από την μοίρα και από συγγενείς. Και αν επιβίωσε ήταν γιατί στο αίμα του έρρεε και ρέει το αίμα της μάνας του.
Λίγο καιρό μετά τον θάνατο της Πόπης, έφυγε άλλη μια αδερφή του πατέρα μου η Φλουρή.
Το μαύρο και το γκρίζο σκέπασαν για πάντα το σπιτικό τους, η γιαγιά μέχρι το θάνατό της έπασχε από κατάθλιψη ενώ ο πατέρας μου ήταν ίσως αυτός που πλήρωσε το μεγαλύτερο τίμημα για τα δεινά που είχε υποστεί μέσα σε λίγα χρόνια η πατρική του οικογένεια. Ευαίσθητος, ταπεινός, μόνιμα καταθλιπτικός,  το μόνο αρσενικό παιδί στην οικογένεια, κράτησε πάντα απόσταση από τον πατέρα του που, ίσως φοβόταν, ίσως θεωρούσε υπεύθυνο για την τροπή που είχαν πάρει τα πράγματα.
Η θλίψη από τον θάνατο των αδερφών του, η «ντροπή» για την Πόπη δεν σταμάτησαν ποτέ να τον ταλαιπωρούν, το φανερώνει το βλέμμα του όταν ακόμα και σήμερα η συζήτηση γυρνάει στα χρόνια εκείνα.
Πριν μερικές μέρες τον ρώτησα «-Πώς πέθανε η αδερφή σου μπαμπά;», σκοτείνιασε, χαμήλωσε τα μάτια. Κατέφερε να πάρει ανάσα μόνο όταν του διευκρίνισα πως αναφερόμουν, όχι στην Πόπη, αλλά στη Φλουρή.
Θυμάμαι χρόνια πριν βρεθήκαμε μαζί στο κοιμητήριο για μια τελετή. Η θεία μου μας έδειξε στο οστεοφυλάκιο τα οστά της γιαγιάς και δίπλα σε ένα άλλο μεταλλικό κασελάκι, δίπλα-δίπλα, τα οστά της Πόπης και της Φλουρής. Γύρισα την πλάτη, βγήκα από το δωμάτιο και όταν τον αναζήτησα με το βλέμμα για να μπούμε στο αυτοκίνητο, τον είδα να με ακολουθεί έχοντας ξεσπάσει σε λυγμούς. Ήταν η πρώτη φορά που είδα τον πατέρα μου να κλαίει…


Κάθομαι εδώ και μέρες και κοιτάζω τις φωτογραφίες της.
Πόσο νέα, πόσο όμορφη.
Νοιώθω πως στο πρόσωπό της βλέπω το δικό μου. Βλέπω έναν δικό μου άνθρωπο.
Πόσο θα ήθελα να μπορούσα να της μιλήσω, να μου μιλήσει, να κουβεντιάσουμε.
Να μου πει για την ζωή που έζησε.
Να μου πει για τον έρωτα, για το γέλιο, για τη χαρά.
Να την ρωτήσω αν θα άλλαζε κάτι  από εκείνα που έχασε μ’ αυτά που πρόλαβε να ζήσει.


Είμαι σίγουρος πως αν ζούσε σήμερα η Πόπη, θα ένοιωθε απόλυτα δικαιωμένη.
Για την ζωή και τις επιλογές της.
Για τον τρόπο που αγάπησε.
 



Τρίτη 22 Οκτωβρίου 2019

Ερωτικό...

Αποτέλεσμα εικόνας για glass rain


Αυτά τα μελαγχολικά πρωινά του φθινοπώρου που ο Ήλιος παλεύει με τη συννεφιά σε αγώνα, άγονο, φέρνω πάντα στο μυαλό μου ένα ποίημα του Τάσου Λειβαδίτη που διάβασα για πρώτη φορά πριν από πολλά χρόνια...
Τότε που, όταν έπεφταν τα πρωτοβρόχια καθόμουν με τις ώρες στην παλιά τζαμαρία του πατρικού μου να κοιτάζω τον δρόμο, μην γνωρίζοντας τί περιμένω να δω, μην συνειδητοποιώντας τί με μαγεύει στην στιγμή.
Τότε που η μελαγχολία από τις σταγόνες που έτρεχαν χωρίς να με ξεπλένουν έκανε την καρδιά μου να χτυπάει, τα χέρια μου έδιωχναν την παγωνιά και ένοιωθαν το παγωμένο τζάμι να γίνεται κορμί, ανάσα, παλμός...
Ήλιος - συννεφιά.
Παγωνιά - ζεστασιά.
Ανάσα - τέλος.
Πάντα γνώριζα το αποτέλεσμα.
Αυτό όμως δεν με εμπόδισε ποτέ να ζήσω...

"...Ναι αγαπημένη μου. Πολύ πριν να σε συναντήσω, εγώ σε περίμενα.
Πάντοτε σε περίμενα. Σαν ήμουνα παιδί και μ' έβλεπε λυπημένο η μητέρα μου, έσκυβε και με ρωτούσε: τι έχεις αγόρι μου; Δε μίλαγα. Μονάχα κοίταζα πίσω απ' τον ώμο της έναν κόσμο άδειο από σένα, και καθώς πηγαινόφερνα το παιδικό κοντύλι ήταν για να μάθω να σου γράφω τραγούδια.
Όταν ακούμπαγα στο τζάμι της βροχής ήταν που αργούσες ακόμα.
Όταν τη νύχτα κοίταζα τ' αστέρια ήταν γιατί μου λείπανε τα μάτια σου.
Κι όταν χτύπαγε η πόρτα μου κι άνοιγα δεν ήτανε κανείς. Κάπου όμως μες στον κόσμο ήταν η καρδιά σου που χτυπούσε.
Έτσι έζησα, πάντοτε.
Κι όταν βρεθήκαμε για πρώτη φορά, θυμάσαι; Μου άπλωσες τα χέρια τόσο τρυφερά σα να με γνώριζες από χρόνια. Μα και βέβαια με γνώριζες. Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωή μου, είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρά μου, αγαπημένη μου...
Αλήθεια εκείνη η άνοιξη, εκείνο το πρωινό, εκείνη η απλή κάμαρα της ευτυχίας, αυτό το σώμα σου που κράταγα πρώτη φορά γυμνό, αυτά τα δάκρυα που δε μπόρεσα στο τέλος να κρατήσω, πόσο σου πήγαιναν.
Κι ύστερα ξαφνικά εκείνο το βράδυ... έβρεχε. Ανέβηκα τέσσερα-τέσσερα τα σκαλιά, κανείς στην κάμαρα. Έτρεμε στ' ανοιχτό παράθυρο η κουρτίνα. "Φεύγω, μη ζητήσεις να με βρεις", έγραφε. Η χτένα της ξεχασμένη πάνω στο τραπέζι ανάμεσα στις χυμένες πούδρες, σαν ένα μικρό παιδικό φέρετρο μέσα στη σκόνη.
Πού είσαι λοιπόν; πες μου, πού είσαι;
Σ' αναζητάω σαν τον τυφλό που ψάχνει να βρει το πόμολο της πόρτας σ' ένα σπίτι που 'πιασε φωτιά.
Τις νύχτες σηκώνομαι αλαφιασμένος, ντύνομαι και σε περιμένω. Δε θα χτυπούσες καν την πόρτα. Θα πέταγες με βιάση το παλτό σου στην καρέκλα. Η κάμαρα όλη θα λιποθυμούσε όπως θα 'λυνες ξαφνικά εκείνα τ' ασύγκριτα τυραννικά μαλλιά σου. Η παλιά ντουλάπα θα 'τρεχε και σαν μια ταπεινή υπηρέτρια θα σου 'βγαζε τα παπούτσια. Θα γελούσαν οι καθρέφτες, θα ξυπνούσαν οι γείτονες... Όλα έχουν μείνει όπως τα 'φησες θα σου 'λεγα.
Κι η χτένα σου, να τη εκεί. Η μαύρη μεγάλη χτένα σου, σαν ένας έρημος κατασκότεινος δρόμος που τον περνάω κάθε νύχτα.
Άσε με τώρα να κοιτάζω τα παράθυρά σου ξέροντας πως μέσα ένας άλλος σε παίρνει. Ένας άλλος βυθίζεται μες στη μεγάλη σου άνοιξη.
Εγώ και ποδοπατημένη από χιλιάδες άντρες σ' αγαπώ.
Άσε με εδώ στη γωνιά, δεν πειράζει ας χιονίζει.
Αυτό το μικρό τετράγωνο φως που ρίχνει το παράθυρο σου πάνω στο χιόνι, εμένα είναι ο κόσμος μου.
Δε θα σου πω τίποτα μόλις βγεις. Θα περπατάω δίπλα σου αμίλητος, κι αν αυτό σε πειράζει μπορώ να 'ρχομαι πίσω σου σα σκυλί.
Κι όταν πεθάνω, το χώμα που θα με σκεπάσει δε θα 'ναι για μένα το σκληρό χώμα των νεκρών, μα η απαλή τρυφερή γη, που κάποτε πλαγιάσαμε γυμνοί πάνω της.
Ποδοπάτησέ με να 'χω τουλάχιστον την ευτυχία να μ' αγγίζεις...."


Τάσος Λειβαδίτης "Ερωτικό"
https://youtu.be/2JOZEqWnRyM 

Κυριακή 20 Οκτωβρίου 2019

Χορεύω θα πει ζω...




"Χορεύοντας μου έδειξες μέσα σε πέντε λεπτά,
Τί θα πει πουθενά.
Και πώς χάνεται ο χρόνος.
Οτι αν το πιστέψεις στ' αλήθεια η αγάπη μπορεί.
Ότι αν αφεθείς, σ' οδηγάει ο δρόμος..."
Παύλος Παυλίδης "Λευκή καταιγίδα"


Τί είναι ο χορός;
Γιατί νοιώθουμε την ανάγκη να χορεύουμε;
Τί είναι αλήθεια αυτό που δίνει εντολή στο σώμα να κινηθεί, να εκφραστεί μέσα από την κίνηση, το νεύμα, το άγγιγμα μιας χορογραφίας;
Ποιό είναι το κομμάτι του εγκεφάλου που ζητάει από το σώμα να κινηθεί για να αγαλιάσει, να ηρεμήσει, να τονωθεί;
Ποιά είναι η εντολή που λαμβάνει η καρδιά για να "σπρώξει" αίμα στα άκρα προκειμένου να μπορέσουν να κινηθούν, να τεντωθούν, να μαζευτούν, να λυγίσουν;
Ποιά είναι η ουσία εκείνη που κυκλοφορεί στο σώμα την ώρα που χορεύει ώστε να αντέχει στην καταπόνηση, στον πόνο και τα χτυπήματα;
Σαν πολλά ερωτήματα δεν μαζεύτηκαν;
Κι όμως, η απάντηση σε όλα είναι τόσο απλή, τόσο σύντομη.
Φωτογραφία: Γιώργος Φωτεινάκης
Χορός είναι η ίδια η ζωή.


Η ζωή μας είναι ένα σύνολο πραγμάτων που την αποτελούν συμπληρώνοντας το ένα το άλλο κι ένα από αυτά, βασικό και αναπόσπαστο δίπλα στην ανάσα, την τροφή και την συντροφικότητα, είναι ο χορός.
Απλά, όπως δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς αναπνοή, όπως δεν γίνεται να επιβιώσουμε χωρίς φαγητό, έτσι δεν περνάει μέρα που να μην χορέψουμε.
Είναι ανάγκη του οργανισμού μας.
Τί, όχι;
Για σκέψου το καλύτερα!
Ναι, χορός είναι όταν κάθεσαι αμέριμνος να πιείς τον καφέ και το πόδι σου κουνιέται ρυθμικά στον ρυθμό της μελωδίας που παίζει το ραδιόφωνο.
Χορός είναι όταν χτυπάς νευρικά τα δάχτυλα σου πάνω στο γραφείο την ώρα της δουλειάς.
Χορός είναι καθετί που κάνει το κορμί σου για να εκφράσει τη χαρά και τη λύπη, τον θυμό και την στεναχώρια.
Την αγάπη.
Τον έρωτα.
Φωτογραφία: Γιώργος Φωτεινάκης
Χορός είναι η μουσική του κορμιού, η μελωδία που χρησιμοποιεί το σώμα για να εκφραστεί, για να σπάσει το συναίσθημα τα όρια της σάρκας και να μεταδωθεί, να αναπαραχθεί. Να απλώσει τα φτερά του.
Χωρίς τον χορό το σώμα μας δεν θα είχε φωνή.
Χωρίς την ρυθμική κίνηση σε τί θα διέφερε ένας ζωντανός από ένα νεκρό;
Κίνηση και ανάσα είναι ένα, χωρίς κίνηση δεν υπάρχει ανάσα, χωρίς ανάσα δεν υπάρχει κίνηση.


Χωρίς τον χορό δεν μπορεί να υπάρξει ζωή.


Άκου το σώμα σου.
Αλήθεια, κάθε φορά που ακούς τη μουσική που σου αρέσει, τί αισθάνεσαι;
Παραδέξου το.
Αμέσως νοιώθεις την ανάγκη να μετακινηθείς από τη θέση σου, να δώσεις κίνηση στην μελωδία.
Να εκφράσεις το συναίσθημά σου.


Να χορέψεις.


Να ζήσεις.




* Ευχαριστώ πολύ τον φωτογράφο Γιώργο Φωτεινάκη για την πολύ ευγενική παραχώρηση των φωτογραφιών *

Τετάρτη 16 Οκτωβρίου 2019

Ο Ανεπιθύμητος....



Είναι ορισμένα βιβλία που μας σημαδεύουν, όχι απαραίτητα γιατί είναι εξαιρετικά συγγράμματα, αλλά είτε γιατί κάποια ευτυχισμένη συγκυρία τα έφερε στα χέρια μας, είτε γιατί η περίοδος που τα διαβάσαμε ήταν ήρεμη, ευτυχισμένη, ιδανική για διάβασμα.
Η χρονική στιγμή που διάβασα τον «Ανεπιθύμητο νεκρό» του Πράτανου ήταν μια ουτοπική «μαχαιριά» στον χρόνο. Σε ένα πολύ σοβαρό μεταίχμιο της ζωής μου που σημαδεύτηκε από κούραση, θυμό, άγχος, αποφάσεις και τελικά, από προσωπική γαλήνη και ηρεμία, ένας άνθρωπος μου έδειξε το δρόμο προς ένα βιβλίο που κάτω υπό άλλες συνθήκες, δεν νομίζω να είχα διαβάσει ποτέ.
Για να μην παρεξηγηθώ, το συγγραφέα δεν τον γνώριζα, είχα δει το πόνημά του στο ράφι βιβλιοπωλείου χωρίς να μου κάνει ιδιαίτερη εντύπωση, λόγω κυρίως της επιφυλακτικότητας που έχω απέναντι στα συγγράμματα που σκοπό έχουν, να «ερμηνεύσουν» τη ζωή ενός ανθρώπου που πέθανε περισσότερα από 60 χρόνια πριν. Ενός ανθρώπου που τον θεωρώ μεγάλο δάσκαλο της ζωής, τον Νίκο Καζαντζάκη.
Εμπιστεύτηκα τη θέρμη που μου μιλούσε για αυτό και δεν διαψεύστηκα. Το διάβασα απνευστί σε ένα σύντομο επαγγελματικό ταξίδι, ξεκινώντας το στο αεροπλάνο της αναχώρησης και ολοκληρώνοντάς το, με λυγμούς, στο μετρό προς το αεροπλάνο της επιστροφής.

Ο «Ανεπιθύμητος Νεκρός» δεν είναι μυθιστόρημα, δεν είναι βιογραφία.
Είναι ένα δοκίμιο βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα που, παρόλο που δεν δρέπει λογοτεχνικές δάφνες κατά την ταπεινή μου άποψη, καταφέρνει αυτό ακριβώς που έχει σκοπό. Να μεταφέρει τον αναγνώστη στο δεκαήμερο που μεσολάβησε από τον θάνατο του μεγάλου Κρητικού συγγραφέα στην Γερμανία, μέχρι την κηδεία του στο Ηράκλειο της Κρήτης.
Είναι μια προσωπογραφία των ανθρώπων που στάθηκαν στο πλευρό του Καζαντζάκη μέχρι την τελευταία του στιγμή αλλά κι εκείνων που ακόμα και μετά τον θάνατό του, τον συκοφάντησαν, τον έβρισαν, τον κυνήγησαν.
Είναι ένας ύμνος για τον Κρητικό λαό που τον λάτρεψε σαν δικό του άνθρωπο παρόλο που τη μισή του ζωή την έζησε εκτός Κρήτης, τον λαό που ο ίδιος ο συγγραφέας αγάπησε όσο και το χώμα της πατρίδας του μέσα από την καρδιά του.
Πάνω από όλα όμως το βιβλίο αυτό είναι η ματιά της αγαπημένης συντρόφου του Καζαντζάκη, της Ελένης, του ανθρώπου που όσο κανένας άλλος στάθηκε στο πλευρό του σε όλη του τη ζωή, δικαιολογώντας πέρα για πέρα την απόφαση του δημοτικού συμβουλίου Ηρακλείου να παραχωρηθεί στο Μαρτινέγκο, τον τόπο ταφής του συγγραφέα στο ψηλότερο σημείο των ενετικών τειχών της πόλης, χώρος για την ταφή και της ίδιας ώστε ο Καζαντζάκης και η Λενότσκα του να έχουν συντροφιά ο ένας τον άλλο στην αιωνιότητα.

Η πιο συγκλονιστική στιγμή του βιβλίου είναι το σημείο εκείνο που η Ελένη αποχαιρετά τον νεκρό σύντροφό της με μια παράγραφο από την «Αναφορά στον Γκρέκο» που ουσιαστικά ο Καζαντζάκης δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει.
«……Είχε αποστηθίσει το τέλος του τελευταίου του βιβλίου. Αυτό που ποτέ δεν της έδειξε. Με τρεμάμενη φωνή παλεύει να του το απαγγείλει απνευστί.
 -Νίκησα; Νικήθηκα; Τούτο  μονάχα ξέρω… Είμαι γεμάτος πληγές και στέκομαι όρθιος. Γεμάτος πληγές, όλες στο στήθος. Έκαμα ό,τι μπόρεσα παππού, περισσότερο, καθώς μου παρήγγειλες, απ’ ότι μπόρεσα, να μην σε ντροπιάσω. Κι έρχομαι τώρα πια που τέλεψε η μάχη να ξαπλώσω δίπλα σου, να γίνω χώμα δίπλα σου, να περιμένουμε μαζί και οι δυο τη Δευτέρα Παρουσία. Φιλώ το χέρι σου, φιλώ τον ώμο το δεξί σου, φιλώ τον ώμο τον ζερβό σου. Παππού, καλώς σε βρήκα».

-Εις το επανιδείν αγάπη μου», λέει με τα μάτια κλειστά και παίρνει κι εκείνη τον δρόμο του γυρισμού μαζί με συγγενείς και φίλους…»
Το λάτρεψα όσο λίγα αυτό το βιβλίο. Με σημάδεψε για πολλούς λόγους.

Θεωρώ πως με απόλυτο σεβασμό στον νεκρό αλλά και στην δημοσιογραφική έρευνα διατυπώνει την σωστή άποψη για την ζωή του αγαπημένου συγγραφέα καθώς κάνει σαφείς αναφορές στις φωνές που αντιτίθεντο στον βίο και το ποιόν του, καταλήγει όμως σε συμπεράσματα που κάθε άλλο παρά έξω από την πραγματικότητα δείχνουν και που κατά τη γνώμη μου καταδεικνύουν έναν άνθρωπο ανήσυχο, λιτό, πιστό στις αρχές του μέχρι την τελευταία του ανάσα.

Κέρδισε επάξια μια θέση δίπλα στα βιβλία του μεγάλου δασκάλου.

 

 



Δευτέρα 23 Σεπτεμβρίου 2019

Σαν φιγούρα του Λειβαδίτη...

"Ήταν ένας νέος ωχρός.
Χειμώνας. Κρύωνε.
"-Τί περιμένεις;" του λέω.
"-Τον άλλο αιώνα" μου λέει..."
Τάσος Λειβαδίτης

Πολύ κοντά στο πατρικό μου είναι ένα μικρό ψιλικατζίδικο.
Μικρό μαγαζάκι, φτωχικό.
Τρία σκαλιά από τον δρόμο, στο υπερυψωμένο του πεζοδρόμιο κάθεται κάθε απόγευμα, χειμώνα-καλοκαίρι ένα παλικάρι, είναι δεν είναι 45 χρονών.
Στην ίδια πάντα θέση.
Φορώντας τα ίδια μαύρα ρούχα.
Με το ίδιο τύπου-δερμάτινο σακάκι.
Καπνίζει ασταμάτητα με το κορμί του γυρτό και το ανέκφραστο βλέμμα του χαμηλωμένο στο δρόμο.
Σχεδόν ακίνητος, λες κι έχει παγώσει ο χρόνος.
Λες και προσπαθεί να αντέξει το βάρος που του φόρτωσε η μοίρα.

Λες και τον κοιτούσε ο Λειβαδίτης όταν έγραφε...

Σάββατο 14 Σεπτεμβρίου 2019

Με αφορμή την έκθεση φωτογραφιών μου στο Καθολικό Παρεκκλήσιο του Τιμίου Σταυρού

Με αφορμή τη έκθεση των φωτογραφιών μου στο Καθολικό Παρεκκλήσι του Τιμίου Σταυρού στα πλαίσια του φεστιβάλ της Αθέατης Πόλης 2019, έγραψα το παρακάτω κείμενο το οποίο θα παραμείνει στην πρόσοψη του παρεκκλησίου και μετά το τέλος της έκθεσης, σαν ένα ελάχιστον "ευχαριστώ" τον Καθολικό εφημέριο πατέρα Δανιήλ για όλες τις διευκολύνσεις που μου παρείχε προκειμένου να γίνουν όσα είχα μέσα στο μυαλό μου, πραγματικότητα.
Το κείμενο αυτό το συνέταξα μετά από πολύωρη έρευνα στα αρχεία της Βικελαίας Δημοτικής Βιβλιοθήκης καθώς και στο Αρχείο Εφημερίδων της ίδιας.


"Το Καθολικό νεκροταφείο και το παρεκκλήσιο του Τιμίου Σταυρού"

Από το 1669 που ολοκληρώθηκε η κατάληψη της Κρήτης από τους Οθωμανούς, οι καθολικοί ενταφιάζονταν στο κοινό νεκροταφείο των Ελλήνων ενώ υπάρχουν αναφορές για μεμονωμένες ταφές στον Άγιο Ματθαίο των ορθοδόξων.
Το πρώτο αμιγώς καθολικό κοιμητήριο του Ηρακλείου ξεκίνησε την λειτουργία του το 1728 ανατολικά της πόλης στη ευρύτερη περιοχή της Τρυπητής, στο σημερινό παραλιακό μέτωπο. Η λειτουργία του πρώτου αυτού κοιμητηρίου συνεχίστηκε μέχρι το 1856, περίοδο κατά την οποία συνεχιζόταν ο ενταφιασμός καθολικών πιστών τόσο στο δάπεδο εκκλησιών, όσο και στο νεκροταφείο των Ελλήνων.
Το οικόπεδο...
Από συμβολαιογραφικά έγγραφα του Αρχείου της Καθολικής Ενορίας Ηρακλείου, προκύπτει πως ο ευρύτερος χώρος μέσα στον οποίο βρίσκεται το κοιμητήριο των καθολικών, αγοράσθηκε το 1856 από κάποιον με το όνομα Αμπραχάμ, γιο του Βαρτάν και είχε έκταση περίπου δέκα στρέμματα.
Ο Νικόλαος Σταυρινίδης από την άλλη αναφέρει πως το οικόπεδο παραχωρήθηκε από την τουρκική διοίκηση προκειμένου να χρησιμοποιηθεί σαν κοιμητήριο των δυτικών, αμέσως μετά την έκδοση του Αυτοκρατορικού Διατάγματος Χατ-ι Χουμαγιούν που έφερε στην οθωμανική αυτοκρατορία τη σημαντικότερη αναδιοργάνωση των μη μουσουλμανικών θρησκευμάτων και υποχρέωσε ουσιαστικά τους Οθωμανούς να παραχωρήσουν θρησκευτικές ελευθερίες στους μη μουσουλμάνους πολίτες της οθωμανικής επικράτειας.
Το οικόπεδο που κατά τον Σταυρινίδη παραχωρήθηκε από τον Βαλκαδίν Πασά του Μεγάλου Κάστρου, βρισκόταν σε απόσταση "βολής τυφεκίου" από τα τείχη του φρουρίου και υπάρχουν ενδείξεις πως ταυτίζεται με τον χώρο πρώτου κοιμητήριο του 1728.
Αξίζει ίσως στο σημείο αυτό να αναφέρουμε πως σύμφωνα και πάλι με τον Σταυρινίδη, κατά τη διάρκεια εργασιών αποστράγγισης και καθαρισμού πηγαδιού στην ανατολική όχθη του ποταμού Μαρουλά που σήμερα βρίσκεται κάτω από την λεωφόρο Εθνικής Αντιστάσεως, πολύ κοντά στο οικόπεδο που βρίσκεται το καθολικό κοιμητήριο, βρέθηκαν σε αυτό πλήθος οστών και κρανίων που ο Ηρακλειώτης ιστοριοδίφης αναφέρει πως ενδεχομένως να ανήκαν στους στρατιώτες του Δούκα του Μποφώρ που σκοτώθηκαν εκεί κατά την διάρκεια της πολιορκίας του Μεγάλου Κάστρου το 1668. Ο χώρος λοιπόν δείχνει να έχει μια σημαντική ιερότητα που χάνεται στο παρελθόν...
Το κοιμητήριο άρχισε να λειτουργεί επίσημα στις 4 Ιανουαρίου 1858 με την ταφή της
Josephina Rossi, δίχρονου κοριτσιού, ανιψιάς του Giovanni Ittar.
Η λειτουργία του συνεχίστηκε κανονικά μέχρι τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο. Τον Μάιο του 1944 υπέστη σοβαρότατες καταστροφές από την ανατίναξη γερμανικού πλοίου στον χώρο του λιμανιού. Από την έκρηξη αυτή που συγκλόνισε όλη την πόλη του Ηρακλείου προκαλώντας τεράστιες ζημιές, οι τάφοι ανοίχθηκαν και οι ταφές διασαλεύτηκαν σε τέτοιο βαθμό ώστε σε συνδυασμό με τους μετέπειτα βανδαλισμούς, ήταν αδύνατος ο εκ των υστέρων διαχωρισμός των οστών!

Μεταπολεμικά, το μεγαλύτερο τμήμα του οικοπέδου όπως πολλά άλλα οικόπεδα που ανήκαν στην καθολική εκκλησία εκποιήθηκε, αγοράστηκε σε το 1951 από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος για να κτιστεί πολύ αργότερα το παρακείμενο κατάστημα.
Ο πρώτος μεταπολεμικός καθολικός ιερέας που εγκαταστάθηκε στο Ηράκλειο το 1953, έκανε σποραδικά ενταφιασμούς στο κοιμητήριο μέχρι τις 5 Αυγούστου 1966 που έγινε η τελευταία καταγεγραμμένη ταφή.
Από το 1966 κι έπειτα οι βανδαλισμοί ήταν συνεχείς με αποκορύφωμα φτάνοντας στο 1981 ο χώρος να έχει μετατραπεί σε στάνη προβάτων και τα μνήματα να χρησιμοποιούνται ως ταΐστρες!

Το σημερινό κοιμητήριο καλύπτει μια έκταση 250 τετραγωνικών μέτρων και είναι ουσιαστικά ό,τι απέμεινε μαζί με το παρεκκλήσι  από το αρχικό οικόπεδο των 10 στρεμμάτων.
Το παρεκκλήσι...
Το παρεκκλήσι του Τιμίου Σταυρού χτίστηκε στο οικόπεδο του κοιμητηρίου το 1894 όπως αναφέρει και πέτρινη επιγραφή που τοποθετήθηκε πρόσφατα στην είσοδό του. Έχει επιφάνεια περίπου 80 τετραγωνικά μέτρα και δεν ακολουθεί κάποιο αρχιτεκτονικό ρυθμό ούτε έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά.
Από το 2001 ξεκίνησε μια ουσιαστική προσπάθεια συντήρησής του που συνεχίζεται μέχρι και σήμερα από τον καθολικό εφημέριο πατέρα Δανιήλ με την διαρκή συντήρηση του ναού ώστε να μπορεί να είναι λειτουργικός και επισκέψιμος.

Πηγή: Εφημερίδα "Πατρίς 10/11/1956, Αρχείο Καθολικής Ενορίας Ηρακλείου
Επιμέλεια: Μάριος Στ. Ψαλιδάκης για την Αθέατη Πόλη 2019
















Creative Commons License
Οι παραπάνω φωτογραφίες και το κείμενο χορηγούνται με άδεια Creative Commons Attribution-NonCommercial-NoDerivs 3.0 Ελλάδα.