Πέμπτη 30 Μαρτίου 2023

Το 2ο πρόγραμμα της ΕΡΑ (τακ, τακ, τακ, τακ...)

 

Οι ιστορίες μου στέρεψαν, έχω γράψει τόσα εδώ που έχασα τον λογαριασμό, μπέρδεψα την πραγματικότητα με το παραμύθι, την αλήθεια με το ψέμα. Ανακάτεψα γεγονότα και χαρακτήρες κι έφτασα σήμερα να μην μπορώ σε κάποιες ιστορίες να ξεχωρίσω την υπερβολή που ορισμένες φορές χρησιμοποίησα για να δώσω έμφαση παρουσιάζοντας τα βιώματά μου.
Αλλάζουμε σελίδα λοιπόν!
Ξεκινώ χρησιμοποιώντας πληθυντικό αριθμό γιατί στην αλλαγή θα πάρω μαζί μου όλους τους χαρακτήρες που κατά καιρούς χρησιμοποίησα στα κείμενά μου και θα τους ανασταίνω όταν μια ανάμνηση περνάει το πέπλο της λήθης κι έρχεται στο μυαλό μου.
Κατά τα άλλα, το blog πλέον θα φιλοξενεί ιστορίες τρίτων επί το πλείστον κι όπως είναι φυσικό επακόλουθο, θα αλλάξει από πρώτο σε τρίτο πρόσωπο η αφήγηση προκειμένου σαν παρατηρητής να σας μιλήσω για τις ιστορίες των άλλων. 
Αρκετά με τα δικά μου σώψυχα!

Σήμερα λοιπόν θα σας μιλήσω για τον Κώστα.
Μεγαλωμένος σε λαϊκή συνοικία του Ηρακλείου, ο Κώστας αποτελούσε από πολύ μικρός υπόδειγμα παιδιού που δεν δημιουργούσε προβλήματα στο οικογενειακό του περιβάλλον, κλειστός χαρακτήρας, ξεχωριστά ιδιαίτερος όσο περνούσαν τα χρόνια, προτιμούσε να περνάει τον ελεύθερο χρόνο του κλεισμένος στο σπίτι, μόνος με τις σκέψεις, τους προβληματισμούς και την δημιουργικότητά του.
Όπως όλα τα παιδιά που μεγάλωσαν την δεκαετία του 80, χωρίς τηλεόραση πριν τις 5 το απόγευμα, χωρίς ηλεκτρονικά παιχνιδια, υπολογιστές, κινητά και tablet, ο Κώστας έψαχνε διέξοδο μέσα από την ζωγραφική, το διάβασμα και τη χειροτεχνια για να υπάρξει.
Ήταν δύσκολα τα χρόνια εκείνα. Δουλειές μπορεί να υπήρχαν, τα οικονομικά της οικογένειας διένυαν την καλύτερη τους ίσως περίοδο, όμως η πνευματική υγεία του πατέρα του περνούσε μια από τις πιο δύσκολες φάσεις της. Επισκέψεις στον ψυχίατρο, ψυχοσωματικά συμπτώματα στο κορμί, μικρός ήταν ο Κώστας και δεν μπορούσε να τα κατανοήσει τότε, όμως μάτια είχε, έβλεπε ότι ο πατέρας του δεν ήταν καλά.
Ήταν κι αυτό το μικρό χαπάκι, αυτό που ο πατέρας του "τακ" κάθε βράδυ με το μαχαίρι μοίραζε στη μέση πριν το βάλει στο στόμα του, αυτό το χάπι που του έδωσε ο ψυχίατρος που είχαν επισκεφτεί βιαστικά στη διπλανή πόλη εκείνο το Σάββατο που, επειδή δεν είχαν πού να αφήσουν τον Κώστα τον πήραν μαζί, εκείνος ο ίδιος που είχε πει τον πατέρα του ότι θα πρέπει να πάψουν να τον αγχώνουν τα πάντα για να το σταματήσει το χάπι που, στη μέση μπορεί να το μοίραζε για να το βάλει στο στόμα του κάθε βράδυ, ολόκληρη όμως ήταν η αγωνία και η ανησυχία του αν θα μπορέσει να το κόψει κάποτε. Όχι μόνο του πατέρα του αλλά και του Κώστα. 
"Τακ" κάθε βράδυ πριν τον ύπνο, "τακ" κι αναστεναγμός, εφιάλτης είχε γίνει αυτός ο ήχος στον Κώστα κι ας μην το καταλάβαινε ούτε ο ίδιος τότε, "τακ-τακ-τακ-τακ" καρφιά έβλεπε να τον καρφώνουν όταν έκλεινε τα μάτια του για να κοιμηθεί κι ας είχε μεταμορφώσει στον ύπνο του τον εαυτό του σε πουλί, σε ένα τεράστιο πελαργό από εκείνους που ταξιδεύουν πολύυυυυ μακριά, για να καταφέρει να απομακρυνθεί όσο μπορούσε από τα καρφιά και τον ήχο τους που προσπαθούσαν να τον κλείσουν στην κορνιζα της μοίρας όπως την είχε φτιάξει η ψυχική υγεία του πατέρα του. 
Ήταν τα χρόνια εκείνα τα δύσκολα που το ότι ο Κώστας ήταν άριστος μαθητής περνούσε απαρατήρητο καθώς όλοι το θεωρούσαν φυσιολογικό όπως "φυσιολογικός" ήταν κι ο Κώστας στα μάτια όλων. Φυσιολογικός, ήσυχος, δεν δημιουργούσε προβλήματα σε κανέναν, η εφηβεία του περνούσε απαρατήρητη όπως συνήθιζε να λέει η μητέρα του στο τηλέφωνο όταν ο Κώστας έκανε ότι κοιμόταν κι εκείνη αδιάφορη μιλούσε με τις ξαδέρφες της στην Αθήνα.
Χρόνια με τα χρόνια η κατάσταση δυσκόλευε, τα "τακ" πλήθαιναν αντί να αραιώνουν, ο πατέρας του ήταν όλο και πιο άσχημα, δεν κοιμόταν, δεν ηρεμούσε, μόνο δουλειά, φαΐ και πάλι δουλειά, η θλίψη και η μελαγχολία του επηρέαζε τους πάντες μέσα στο σπίτι και η κατάστασή του είχε γίνει μόνιμο θέμα συζήτησης στην οικογένεια. Κανείς όμως δεν βοηθούσε, όλοι είχαν ανοίξει τα φτερά τους και είχαν φτιάξει τις δικές τους οικογένειες, όλοι εκτός από τον Κώστα που είχε επιφορτιστεί με μια κατάσταση που δεν του ανήκε, με έναν ρόλο που δεν του ταίριαζε, με ένα βάρος που δεν μπορούσε να αντέξει όμως κανείς δεν τον είχε ρωτήσει για να του το φορτώσει.
Είχε γίνει ο συνοδός του πατέρα του.
Είχε γίνει η παντραχού παρούσα παρέα του.
Είχε γίνει τα αυτιά και τα μάτια της οικογένειας προκειμένου να μην συμβεί κάτι στον πατέρα τις ώρες που ήταν μακριά από το σπίτι, μόνος στο μετόχι της οικογένειας έξω από την πόλη.
Βάρος αβάσταχτο για ένα παιδί δώδεκα ετών που πάσχιζε παράλληλα να γνωρίσει τον εαυτό του, που λαχταρούσε τους φίλους του, που προσπαθούσε παράλληλα να βρεί χρόνο για να μελετήσει τα μαθήματά του, να παραμείνει ο καλύτερος των καλύτερων στο σχολείο.
Κι όμως, μέχρι και σήμερα που ο χρόνος μοιάζει τόσο μακρινός από εκείνα τα βροχερά, μελαγχολικά απογεύματα που πήγαινε μαζί με τον πατέρα του για να μην του συμβεί κάτι, τώρα που ο ίδιος έχει τα χρόνια που είχε ο πατέρας του τότε και ο γιός του έχει τα χρόνια που είχε εκείνος, ο Κώστας δεν έχει να θυμάται μόνο το σιδεροπρίονο και το χτύπημα του σφυριού που δεν τον άφηναν να μελετήσει. Δεν ανακαλεί μόνο το κρύο που είχε το ταπεινό γραφειάκι στο μαγαζί του πατέρα του με το λιγοστό φως κάτω από οποίο μελετούσε Φυσικο-χημεία, Μαθηματικά, Οδύσσεια και Νεοελληνική Λογοτεχνία.
Όλα αυτά είναι μια δυσάρεστη ανάμνηση που του τρυπάει το μυαλό.
Κι όμως.
Αυτό που έχει κρατήσει, αυτό που ανθίζει την καρδιά του κάθε που η μνήμη του πλημμυρίζει κάθε θυρίδα του μυαλού του, είναι οι εκπομπές του 2ου προγράμματος της ΕΡΑ που έπαιζαν στο ραδιόφωνο όσο χρόνο περνούσαν μαζί.
Λαϊκά μονοπάτια, βελούδινες φωνές, όλα κόντρα στα ακούσματα του Κώστα εκείνη την εποχή, όμως τελικά αυτό που έχει να του θυμίζει το 2ο πρόγραμμα είναι κάτι πολύ ανώτερο κι από τη μουσική την ίδια ακόμα.
Του θυμίζει τις στιγμές που πέρασε μόνος με τον πατέρα του τότε, στιγμές δύσκολες και μελαγχολικές, μοναδικές και ανεπανάληπτες, στιγμές που πέρασαν και δεν ήρθαν ποτέ ξανά.
Ήταν οι στιγμές οι δικές τους.
Εκεινα τα βροχερά απογεύματα λίγο πριν τα μέσα της δεκαετίας του 1990....

Κυριακή 19 Μαρτίου 2023

Το "ερείπιο"... (μάτια θλιμμένα..)

 


Συμμετέχω σε μια κοινότητα, από εκείνες που βρίσκουν καταφύγιο άνθρωποι ταλαιπωρημένοι, ψυχές που η ζωή τους φέρθηκε άσχημα, οντότητες γεμάτες σημάδια κακοποίησης.
Εμφανή ή καλά κρυμμένα.
Πόνου ανείπωτου, σώματος και ψυχής.
Η κόλαση των ανθρώπων αυτών γίνεται ο παράδεισός μου για λίγες στιγμές της εβδομάδας αφού η συναναστροφή με προσωπικότητες τόσο ξεχωριστές μόνο κέρδος μπορεί να φέρει σε όποιον έχει διάθεση να ακούσει, να βιώσει, να παρατηρήσει.
Σε όποιον έχει την καρδιά διάπλατα ανοικτή να νοιώσει βιώματα ξένα, συμπεριφορές ιδιαίτερες και ταυτόχρονα να μείνει ουδέτερος παρατηρητής συμβάλλοντας ταυτόχρονα με όσες δυνάμεις μπορεί στην στήριξη, την ψυχολογική ανάταση ανθρώπων που χαμογελούν με δυσκολία, που τους είναι αδύνατο να ξεχαστούν, να διασκεδάσουν.
Είχα σκοπό να γράψω για την εμπειρία μου μετά το τέλος της ενασχόλησής μου, όμως καμιά φορά τα γεγονότα μας ξεπερνάνε, μικροί είμαστε οι άνθρωποι, μεγάλο το συναίσθημα και ξεχειλάει από την καρδιά, μια σταλιά το μυαλό και μας πιάνει αγωνία να το αποθηκεύσουμε κάπου για να μην χαθεί.
Δεν υπάρχει πιο σίγουρος τρόπος να γίνει αυτό με ασφάλεια από το να το μοιραστούμε και να μην σπάσει η αλυσίδα της ευαισθητοποίησης.
Λεπτομέρειες δεν πρόκειται να πω, δεν θα επέτρεπα στον εαυτό μου να κάνει κάτι τέτοιο, κανείς δεν μου έχει απαγορεύσει να μιλώ για την εμπειρία μου όμως έχει πλήρη συνείδηση του κακού που μπορεί να κάνει η έκθεση ανθρώπων που παλεύουν με τους δαίμονές τους καθημερινά.
Στην τελευταία μας συνάντηση στον "παράδεισό" μου, συζητούσα περί ανέμων και υδάτων με τα παιδιά εκεί, κρυφοπροσπαθώντας όπως σχεδόν κάθε φορά να τους "ξεκλειδώσω" λίγο παραπάνω, να ζήσω την εμπειρία λίγο περισσότερο, να βιώσω το συναίσθημα, να καταλάβω τί είναι αυτό που τους αγγίζει ώστε να το χρησιμοποιήσω σαν υπόβαθρο για να κάνω τη δουλειά μου πιο αποτελεσματική, πιο ουσιαστική.
Ξεφυλλίζοντας ένα φωτογραφικό άλμπουμ, η ματιά ενός μέλους έπεσε πάνω σε ένα μισογκρεμισμένο σπίτι από τα δεκάδες που υπάρχουν γύρω μας, ειδικά στο ιστορικό κέντρο του Ηρακλείου. Το βλέμμα του θόλωσε, ποτάμια έτρεξαν από τα μάτια του μεμιάς.
Σάστισα. Δεν περίμενα τόσο αυθόρμητη αλλά ακραία αντίδραση.
Ήταν η πρώτη φορά που συνέβει σε κάποια από τις συναντήσεις μας.
Τον κοίταξα χωρίς να μιλώ, κρατήθηκα ανέκφραστος.
Το ύφος της σύμπραξης είναι τέτοιο που δεν μπορώ να εκβιάσω καμία αντίδραση, κανένα συναίσθημα δεν πρέπει να βγεί με πίεση.
Αυθόρμητα έβαλε το βλέμμα του στο δικό μου.
"-Κάποτε φωτογράφιζα μόνο ερείπια. Ίσως επειδή τώρα που το σκέφτομαι μου ήταν οικεία αφού κι εγώ ένα ερείπιο ήμουν. Μέσα κι έξω μου..."
Πάγωσα. Φοβήθηκα μην αντιδράσω με τρόπο τέτοιο που θα πυροδοτούσε ανεξέλεγκτο συναίσθημα.
Επιστράτευσα την ύστατη άμυνά μου όπως σε δεκάδες άλλες περιπτώσεις, τη σαχλαμαρώδη διακωμώδηση του εαυτού μου.
"-Σε καταλαβαίνω απόλυτα! Μια ζωή ερείπια φωτογραφίζω κι εγώ! Πάντα ερείπιο νοίωθω!!"
Τα δάκρυα στέρεψαν, η παρέα ξέσπασε σε γέλια, το πέπλο έφυγε από την συζήτηση.
Τα μάτια του έλαμψαν ξανά.
Ο ιδρώτας που με είχε λούσει, στέγνωσε.
Δυσκολεύτηκα να βρω την αυτοκυριαρχία μου, μου πήρε μερικές παραπάνω στιγμές από το κανονικό για την ακρίβεια για να φέρω τις σκέψεις μου σε μια λογική σειρά.
Είχα έναν άνθρωπο νέο μπροστά μου, νέο και όμορφο, με ένα από τα πιο πλατιά χαμόγελα που έχω συναντήσει κι όμως, είχε τόση δυστυχία κρυμμένη μέσα του, τόσο πόνο, τόση κατάθλιψη!
Τί πρέπει να έχει περάσει ένας άνθρωπος, βία τριάντα ετών για να νοιώθει τον εαυτό του κατεστραμμένο, ερειπωμένο, μόνο;
Πόσο πρέπει να πόνεσε λέγοντάς το;
Από εκείνη τη στιγμή το βλέμμα του δεν σβήνει από το μυαλό μου, έχει επικρατήσει το μεταίσθημα της φράσης του στο πίσω μέρος των ματιών μου.
Δεν ξέρω αν σβήσει ποτέ.
Το βλέμμα της απόγνωσης.
Αυτά τα δυο του μάτια τα θλιμμένα...



Πέμπτη 16 Μαρτίου 2023

Ο "τρελός" του χωριού (με αφορμή μια συγκλονιστική φωτογραφία)

 

Η φωτογραφία είναι τραβηγμένη από τον φωτογράφο Γιάννη Δήμου το 1976 σε ένα πανηγύρι στο Βρυσοχώρι Ηπείρου. Η λεζάντα που τη συνοδεύει (που είναι απάντηση τού φωτογράφου στην ερώτηση «ποια είναι η πιο εντυπωσιακή σκηνή που θυμάστε από τα πανηγύρια; Ποια σας έρχεται πρώτη στο μυαλό;»), είναι η εξής:

"....αυτή η στιγμή. Εδώ είναι ο τρελός του χωριού που είναι μόνος του, εξοστρακισμένος και παρακολουθεί τι κάνουν οι άλλοι. Ήταν συνταρακτικό, γιατί τη στιγμή που τον φωτογράφισα όλο το χωριό γλεντούσε κι αυτός παρακολουθούσε από απόσταση, ολομόναχος. Έχω τραβήξει τέσσερις φωτογραφίες νομίζω, περιμένοντας αυτή την στιγμή. Ήμασταν μόνο αυτός κι εγώ και θυμάμαι ότι έκλαιγα...."

Χωρίς υπερβολή, η φωτογραφία αυτή είναι η συγκλονιστικότερη που έχω δει ποτέ! Αποτυπώνει το συναίσθημα, την απουσία, την αντίθεση και τα φέρνει όλα πρόσωπο με πρόσωπο με τον θεατή που δεν έχει καμία πιθανότητα να μείνει ασυγκίνητος!

Αυτή η τόσο φαινομενικά απλή φωτογραφία, είναι η Φωτογραφία αυτοπροσώπως.
Τόσο απλά, τόσο αληθινά...

πηγή:
https://www.ifocus.gr/visual-stories/the-story-behind-the-image/3286-1976,
www.cretalive.gr 

Πέμπτη 9 Μαρτίου 2023

Καινούργια μέρα (ξημέρωμα του Μάρτη...)

 


Καινούργια μέρα.
Το φεγγάρι χάνεται αργά στον ορίζοντα.
Η γης χαμογελάει.
Ο Ήλιος απλώνει το ροδοκίτρινο της ζωής στις άκρες των ανθρώπων.
Ανατολή.

Τί κι αν το σώμα κοιμήθηκε μόνο;
Ξύπνησε με τη μυρωδιά της αγαπημένης να αναβλύζει από κάθε του πόρο.

Τί κι αν το μυαλό βασανίζεται από τόσα;
Καθάρισε με την βεβαιότητα της ύπαρξης.

Καινούργια μέρα.
Όλα καινούργια.

Ο ουρανός χαμογελά.
Το σώμα λαχταρά να ζήσει.

Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2023

Ένα δωμάτιο.... (Φεβρούαριος 2023)

 


Ένα δωμάτιο.
Τόσο μικρό, όσο ο κόσμος όλος.
Ίσα που χωράει δυο κορμιά και τα παπούτσια τους.
Κι όμως,
χωράει τόση αγάπη όση χίλιες καρδιές δεν μπορούν να αντέξουν.

Ένα δωμάτιο.
Έξω τόσο σκοτάδι, όσο όλες οι νύκτες του χειμώνα.
Κι όμως,
απ' το παράθυρο μπαίνει τόσο φως όσο χιλιάδες μάτια δεν μπορούν να αντικρίσουν χωρίς να τυφλωθούν.

Ένα δωμάτιο.
Δυο σώματα.
Δύο καρδιές.
Κι αγάπη τόση όση να μην μείνει καμία χαραμάδα ανάμεσά τους.

Τρίτη 7 Φεβρουαρίου 2023

Τρεις φωτογραφίες - ταξίδι στον πρόσφατο χρόνο... (το 1941 με εικόνες)

Έχω ένα μεράκι, ή μάλλον δύο μεράκια (εντάξει, ίσως τρία, τέσσερα και πέντε αλλά δεν θα το κουβεντιάσουμε τώρα!)
Το ένα είναι το Ηράκλειο, η πόλη, η ιστορία της. Τα κτίρια της, οι άνθρωποι της.
Το άλλο είναι η φωτογραφία.
Το σύμπαν με ευλόγησε κατά κάποιο τρόπο και κατάφερα να συνδυάσω αυτά τα δύο, αν και όχι στο επίπεδο που θα ήθελα. Ο διαθέσιμος χρόνος μου δεν είναι αυτός που θα επιθυμούσα, η ζωή έχει πολλές πτυχές που πρέπει να υπηρετούμε, έχω λαχταρήσει να περπατήσω στους δρόμους του Ηρακλείου ξέγνοιαστος, να κάνω λήψεις με την φωτογραφική μου μηχανή, να βλέπω ξανά και ξανά σημεία της πόλης που λατρεύω να αναζητώ, που απολαμβάνω να περπατώ, που μου δίνει ζωή να υπάρχω εντός τους!
Αν και έχω τεράστια συλλογή σε ιστορικές φωτογραφίες, κάποιες ανέκδοτες, οι ιστορικές φωτογραφίες του Ηρακλείου δεν παύουν να με γοητεύουν καθώς θεωρώ τη φωτογραφία ως την πιο άρτια μηχανή του χρόνου, τον τελειότερο μεταφορέα συναισθημάτων, το αμεσότερο όχημα συνέχισης της ιστορίας από καταβολής της ιστορίας του ανθρώπου!
Το βιβλίο είναι το απόλυτο μέσο για να ταξιδέψεις.
Η φωτογραφία είναι το μέσο για να ανακαλέσεις ακριβώς την εποχή που έχει γίνει η λήψη, τους ανθρώπους, τις συνθήκες, τα μέσα, τα ήθη και τα έθιμα, τις καταστάσεις.
Κάθε φωτογραφία είναι ένα κουτί που μέσα του σφραγίζει ο,τιδήποτε περιλαμβάνει το κάδρο του φωτογράφου τη στιγμή  που πατάει το κουμπί του κλείστρου, μαζί με το συναίσθημα που το συνοδεύει.

Πριν από μερικές μέρες έπεσα πάνω σε ένα άρθρο στο Lifo που μεταξύ άλλων, παρουσίαζε τις παρακάτω τρεις φωτογραφίες.
Οι λήψεις αυτές πραγματοποιήθηκαν το 1941 στα πλαίσια της Γερμανικής προπαγάνδας στις κατεχόμενες χώρες με σκοπό να προβληθεί το "έργο" των στρατευμάτων κατοχής καθώς και η καθημερινή ζωή των στρατιωτών που παρέμεναν εκεί.
Οι φωτογραφίες αυτές μαζί με άλλες χρησιμοποιήθηκαν από το καθεστώς των ναζί σαν μέσο καθησυχασμού της κοινής γνώμης στην Γερμανία ώστε οι συγγενείς των στρατιωτών και οι απλοί πολίτες να είναι "βέβαιοι" ότι τα παιδιά τους περνούσαν καλά και ότι οι κόποι και το χρήμα των πολιτών δεν ξοδεύονταν εις μάτην. Βασικές αρχές προπαγάνδας δηλαδή...

Στην πρώτη φωτογραφία αποτυπώνεται η περιοχή του Πόρου. Δεσπόζει ο ναός του Αγίου Γεωργίου λίγο καιρό μετά τα εγκαίνιά του το 1937, ενώ στο βάθος γεμίζει το φόντο ο γέρο-Γιούχτας που δεσπόζει στην πλειονότητα των παλιών φωτογραφιών του Ηρακλείου μιας και οι εικονολήπτες τον χρησιμοποιούσαν πάντα σαν σημείο αναφοράς. Το εκπαιδευμένο βλέμμα θα δει κτίρια που σώζονται μέχρι και σήμερα στην ευρύτερη περιοχή ενώ φαίνονται καθαρά τα ίχνη της μετέπειτα λεωφόρου Ικάρου που διασχίζει όλο το προάστιο καθώς και των κάθετων σε εκείνη δρόμων.
Ο λόγος που τραβήχτηκε αυτή η φωτογραφία είναι προφανώς το κτίριο τα θεμέλια του οποίου διακρίνονται στο πρώτο πλάνο, ξεκάθαρη αναφορά της φασιστικής προπαγάνδας για τα ανύπαρκτα δημόσια έργα που έκαναν οι κατακτητές. (είναι γνωστό πως οι ναζί άφησαν μόνο στρατιωτικές υποδομές πίσω τους).
Η χωροταξία της φωτογραφίας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το υπό κατασκευή κτίριο είναι το μετέπειτα ορφανοτροφείο του Πόρου, το σημερινό 14ο δημοτικό σχολείο, που χρησιμοποιήθηκε από τους ναζί σαν κτίριο της στρατιωτικής διοίκησης (τα... δημόσια κτίρια που είπα πριν)


Στην επόμενη φωτογραφία απεικονίζεται η περιοχή του Πόρου και της Χρυσοπηγής, ενώ σε πρώτο πλάνο φαίνεται καθαρά η λεωφόρος Ικάρου.
Στο βάρος φαίνεται καθαρά ο λόφος του Μπαμπαλή (Καλιθέα) καθώς και τα Δύο Αοράκια όπου σήμερα υπάρχει η Βιομηχανική Περιοχή.
Είναι εντυπωσιακό το πόσο αραιή οικιστική ανάπτυξη είχε η περιοχή το 1941 και πόσο γρήγορα άλλαξε μετά τον πόλεμο!
Η σύγκριση με το σήμερα είναι ατυχής!


Η τρίτη φωτογραφία είναι ίσως η λιγότερο εντυπωσιακή καθώς απεικονίζει το πιο πολυφωτογραφημένο μνημείο της πόλης του Ηρακλείου, την κρήνη Μοροζίνι, τα γνωστά σε όλους "Λιοντάρια".
Η περιοχή γύρω από την κρήνη δεν έχει αλλάξει σημαντικά μέχρι σήμερα, τα ετοιμόρροπα της φωτογραφίας έχουν κατεδαφιστεί και στη θέση τους υπάρχουν πολυκατοικίες και σύγχρονα κτίρια καταστημάτων, το μόνο κτίριο που δεν έχει αλλάξει πέρα από τα Λιοντάρια αλλά για τους μη γνώστες της πόλης κρατά κρυμμένο τον χαρακτήρα του στη συγκεκριμένη φωτογραφία, είναι η βασιλική του Αγίου Μάρκου.
Στο πλάνο του 1941, ο μεσαιωνικός ναός είναι κρυμμένος πίσω από την πινακίδα "Μινώα" καθώς μέχρι και τη δεκαετία του 1960 λειτουργούσε στο κτίριο ο ομώνυμος κινηματογράφος! Η πιο σημαντική διαφοροποίηση σε σχέση με τις επόμενες δεκαετίες της χρήσης του, είναι ότι το 1941 στην πρόσοψη του κινηματογράφου υπήρχε επίσης η ταμπέλα "Soldatenkino" (σινεμά για στρατιώτες!) ώστε να καθίσταται σαφές στους διερχόμενους ότι οι κινηματογραφικές προβολές αφορούσαν στην ψυχαγωγία των στρατιωτών του κατακτητή και μόνο... 


Και πες μου τώρα, κοιτώντας αυτές τις τρεις φωτογραφίες, δεν ταξίδεψες έστω και λίγο στο παρελθόν;

Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2023

Κι αν είμαι ροκ (Ωδή στον ποιητή Βίκτωρ Χάρα)


"..Κι αν με ρημάξανε, χίλια νυστέρια,
μ' ένα φτερό, τρελό, μοναδικό.
Στου Βίκτωρ Χάρα, πετάω τ' αστέρια,
μες τ' αεράκι το εξωτικό.."

Ακούγοντας το τραγούδι του Μάνου Λοΐζου με τους εκπληκτικούς στίχους της Δώρας Σιτζάνη από την ηχογράφηση της ιστορικής συναυλίας-αφιέρωμα στον συνθέτη λίγο μετά τον θάνατό του, το πρώτο πράγμα που αναρωτήθηκα ήταν το ποιος ήταν ο Βίκτωρ Χάρα που αναφέρει η στιχουργός. Πόσο σπουδαίος μπορεί να ήταν, ώστε να χωρέσει σε ένα τόσο εμβληματικό τραγούδι;
Ο Βίκτωρ Χάρα λοιπόν ήταν μουσικός, τραγουδιστής και τραγουδοποιός με καταγωγή από τη Χιλή. Έγινε γνωστός για το ανατρεπτικό του τραγούδι αλλά και το τραγικό του τέλος.
Υπήρξε στέλεχος του Κομμουνιστικού Κόμματος της Χιλής μέχρι τη δολοφονία του από τους φασίστες του Πινοσέτ που ανέτρεψαν την κυβέρνηση του Σαλβαντόρ Αλιέντε την 11η Σεπτεμβρίου του 1973.
Την ημέρα του πραξικοπήματος συνελήφθη μαζί με εκατοντάδες φοιτητές στο Πανεπιστήμιο της Χιλής και μεταφέρθηκε στο στάδιο του Σαντιάγκο που σήμερα φέρει τιμητικά το όνομά του. Τον βασανίζουν για ώρες, του σπάνε τα χέρια για να του πάρουν την κιθάρα, του κόβουν τα δάχτυλα προκαλώντας τον μετά να "τραγουδήσει για την πουτάνα της μάνα του" και τελικά στις 16 Σεπτεμβρίου τον εκτελούν και εξαφανίζουν το πτώμα του που θα βρεθεί μερικές μέρες αργότερα.
Κατά τη διάρκεια της κράτησής του γράφει το τελευταίο του ποίημα "Είμαστε πέντε χιλιάδες" όπου λέει για τους φασίστες: 
"Το αίμα για αυτούς είναι μετάλλιο τιμής.
Η δολοφονία είναι πράξη ηρωισμού..."
Το 2009 η σορός του εκταφιάζεται για να προσδιοριστούν ακριβώς οι συνθήκες του θανάτου του και σύμφωνα με το πόρισμα της ιατροδικαστικής εξέτασης, πέθανε εξαιτίας πολλαπλών καταγμάτων (τουλάχιστον 30) που προκλήθηκαν από αιχμηρά αντικείμενα και πυροβολισμούς που επιπλέον του προκάλεσαν το θανατηφόρο τελικά αιμορραγικό σοκ.
Τα οστά του Βίκτωρ Χάρα τάφηκαν ξανά στο ίδρυμα που φέρει το όνομά του.

Οι στίχοι του τελευταίου του ποιήματος είναι τραγικά διαχρονικοί...

"..Είμαστε πέντε χιλιάδες εδώ.
Σε αυτό το μικρό μέρος της πόλης.

Είμαστε πέντε χιλιάδες.
Πόσοι είμαστε συνολικά
σε πόλεις και σε ολόκληρη τη χώρα;

Είμαστε εδώ δέκα χιλιάδες χέρια
που σπέρνουν και κάνουν τα εργοστάσια να κινούνται.

Πόσοι άνθρωποι
πεινασμένοι, στο κρύο, τρομαγμένοι, στον απέραντο πόνο,
ψυχολογική βία, τρομοκρατία και τρέλα!

Έξι από μας χάθηκαν
Στο χώρο των αστεριών.

Ένας νεκρός, από ξυλοδαρμό … ποτέ δεν σκέφτηκα πως
θα μπορούσατε να χτυπήσετε έναν άνθρωπο.

Οι άλλοι τέσσερις θέλησαν να πάρουν πάνω τους όλους τους φόβους,
με ένα άλμα στο κενό,
άλλος με χτύπημα του κεφαλιού του στον τοίχο,
όλοι πάντως με την αίσθηση του θανάτου.

Τι φόβο προκαλεί το πρόσωπο του φασισμού!
Εκτελούν τα σχέδιά τους με δόλια ακρίβεια
χωρίς να τους νοιάζει τίποτα,
το αίμα γι αυτούς είναι μετάλλιο τιμής,
η δολοφονία είναι πράξη ηρωισμού.

Είναι αυτός ο κόσμος που δημιούργησες, Θεέ μου;
Γι ‘αυτό χρειάστηκες επτά ημέρες θαυμάτων και δουλειάς;
Σε αυτούς τους τέσσερις τοίχους υπάρχει μόνο ένας νούμερο ακίνητο.
Που αργά οδηγεί στο θάνατο.

Αλλά ξαφνικά η συνείδησή μου με χτυπάει
και βλέπω αυτή την χωρίς σφυγμό παλίρροια
και βλέπω τον παλμό των μηχανών
και ο στρατός μετατρέπεται σε πρόσωπο μαμής γεμάτο γλυκύτητα.

Μεξικό, Κούβα κόσμε !
Οργή και Κραυγή γι αυτό το κακό!

Είμαστε δέκα χιλιάδες χέρια που δεν παράγουν.
Πόσοι είμαστε σε ολόκληρη τη χώρα;

Το αίμα του συντρόφου Προέδρου
χτυπιέται σκληρότερα από ό,τι με βόμβες και πολυβόλα.
Έτσι θα χτυπήσει ξανά τη γροθιά μας.

Τραγουδώ, με όσο θυμό αρμόζει
Όταν αναγκάζομαι να κάνω ωδή στη φρίκη
Ίδια φρίκη αυτός που ζει, όπως κι αυτός που πεθαίνει.
Να δω τον εαυτό μου μέσα σε στιγμές απεραντοσύνης
…όπου σιωπή και κραυγή είναι η ψυχή αυτού του τραγουδιού

Ότι δεν είχα δει ποτέ, δεν ένιωσα και δεν αισθάνθηκα
θα έρθει να με βρει τη στιγμή που θα βλαστήσει η σπορά…"
Βίκτωρ Χάρα "Είμαστε πέντε χιλιάδες"